Tag Archives: ηθική πολυγαμία

Υπέρ της πολυγαμικότητας

Για μια ακόμα φορά ένα πολύ όμορφοκείμενο από το blog sraosha2.blogspot.com που αναδημοσιεύουμε με χαρά! Απολαύστε το:

God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ για τις «τίμιες» γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε, όταν βεβαίως δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: είναι αλλιώς η ερωτοπραξία με κάθε διαφορετικό άνθρωπο. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο «όλα θα γίνουνε σωστά», ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε «σωστά» όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία — κι αυτό καθόλου δεν συνεπάγεται εξιδανίκευση ή δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή. Μιλάμε βεβαίως για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα σαφώς πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές εμπειρίες λαγνουργίας, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα είναι βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων· όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του, αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε — όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε — την αλήθεια ότι έχουμε και διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια: ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης (από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη), όπως επίσης και ότι αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια, η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς — όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας κοιτάζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα «μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας».

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη — σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη και απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό — εκτός από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους — ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως. Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του — όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση της σχέσης. Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.
Advertisements

Ανοικτό γράμμα για τον έρωτα και την πολυσυντροφικότητα

Γράμμα στη φίλη μου Ι.

για τον έρωτα και την πολυσυντροφικότητα

polywater

της Σελήνης/Κ.

Ι.,

Στο γράμμα που μου έστειλες αναφέρεις τον έρωτα ως διεκδίκηση του Είναι του Άλλου. Θα ξεκινήσω από αυτό τον ορισμό ή από το πώς πολλές φορές μιλήσαμε γι’ αυτόν: ένωση απόλυτη, η μία μέσα στην άλλη ως πλάσμα νέο… Ο έρωτας που ορίζεται έτσι πιθανόν αποτελεί ένα κατασκεύασμα της κοινωνίας, αν και νομίζω ότι εδώ το «πιθανόν» είναι περιττό. Ακριβώς λόγω του ότι δεν θεωρώ πως οι έννοιες είναι η πέτσα μας αλλά ενταγμένες εντός της, υποστηρίζω ότι μπορούμε και να τις εξελίσσουμε ή να δημιουργούμε καινούριες, όταν οι ήδη υπάρχουσες αντιλαμβανόμαστε (με βοηθούς άλλες έννοιες και συναισθήματα) ότι γίνονται βαρίδια καταπίεσης και όταν μπορούμε να δούμε και μια αλήθεια έξω από αυτές (τις έννοιες που μάθαμε).

Για παράδειγμα, λόγω του ορισμού του έρωτα (δεν ξέρω τι έχει γραφτεί γι’ αυτόν στα λεξικά αλλά τώρα δε μου χρειάζεται αφού ορίζεται ο έρωτας από ταινίες, βιβλία, ποιήματα, και πάνω κάτω οι πολλοί κάτι παρόμοιο θα νομίζουμε ότι περιγράφουμε μ’ αυτή τη λέξη) συχνά άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι αν δεν έχεις μόνο έναν ερωτικό σύντροφο, δεν είσαι ερωτευμένη. Λες και ο έρωτας είναι για όλους το ίδιο: η έννοια υπάρχει αλλά αλλάζει μέσα στην καθεμία και τον καθένα, και αυτό είναι που συχνά φοβούνται να δεχτούνε.

Πρώτον λοιπόν, όπως είπα πριν, η αλλαγή των εννοιών και δεύτερον, η αλήθεια: ναι, μπορούμε να δούμε ανθρώπους που το κάνουν (την πολυσυντροφικότητα) και στα μάτια τους να διακρίνουμε την αλήθεια του πάθους τους , την ένταση και το βάθος του έρωτά τους για τον βασικό ερωτικό σύντροφό τους (αν έχουν) ή για όλες τις ερωτικές συντρόφισσές τους. Άρα επειδή το έχουμε δει μπορούμε να πούμε πως ο έρωτας δεν περιέχεται μόνο στον στενό ορισμό που του δώσαμε. Ακόμη, δε χρειάζεται να ερχόμαστε σαν εξωτερικές παρατηρήτριες και να το βλέπουμε εμείς, σημασία έχει ότι κάποιοι άνθρωποι νιώθουν ότι το βιώνουνε ή ότι το έχουμε βιώσει εμείς. Η καθεμία και ο καθένας μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό της/του και να πει ότι ένιωσε έρωτα. Ο έρωτας μπορεί να αποτελείται από όλα τα στοιχεία που δώσανε οι ποιητές και οι ποιήτριες, αλλά εδώ διαφέρει στο κομμάτι της δυαδικότητας: παίρνει όλον αυτό τον πλούτο συναισθήματος και τον δίνει απλόχερα προς πολλές κατευθύνσεις. Ερωτευμένες λοιπόν με τον δικό τους τρόπο: σημαντικό στοιχείο του έρωτα: με τον δικό σου/σας τρόπο.

Εδώ να γυρίσουμε στον ίδιο τον ορισμό: διεκδίκηση ολόκληρου του Είναι του Άλλου; Θεωρείς ότι και μες στη μονογαμία μπορεί να συμβεί μια κατάκτηση του Είναι του Άλλου; Εγώ θεωρώ ότι μπορεί να συμβεί για στιγμές, κάτι το οποίο δε χρειάζεται την κατάσταση της σχέσης, μονογαμικής ή μη, για να επιτευχθεί. Θα αναφερθώ σε αυτές τις στιγμές αργότερα.

Θα ήθελα όμως να σταματήσω στη λέξη διεκδίκηση: Μια λέξη που φανερώνει διαδικασία, εν ενεργεία κατάσταση. Αυτό είναι. Αυτή είναι η λέξη που έχει αξία. Μια προσέγγιση της Άλλης, όχι η Άλλη. Όχι το να φτάσεις στην Άλλη, αλλά το να την πλησιάζεις. Και η Άλλη είναι άπειρο μέσα στο ένα. Τι στιγμή που σε ρουφάει απορροφημένη από τον έρωτά της για σένα υπάρχουν ακόμη μέσα της: άλλοι άντρες, άλλες γυναίκες, πρόσωπα, εικόνες, πόνοι, που σίγουρα δε γνωρίζεις κι ούτε θα γνωρίσεις ποτέ, και που σίγουρα μειώνουν τη μοναδικότητα που θα περίμενες να έχεις γιατί προβολές τους συναντά επάνω σου. Άσε που θα περιδιαβαίνουν πάντοτε μέσα της και θα κλέβουν λίγο απ’ τον χρόνο και χώρο που αφιερώνει σε σένα. Δεν είσαι λοιπόν εσύ το παν μέσα της και ούτε σε θέση να νιώσεις το παν μέσα της. (Φυσικά, είσαι μοναδική γιατί ο συνδυασμός όλων των αντανακλάσεων του εαυτού της επάνω σου είναι μοναδικός-αλλά με αυτή την έννοια μοναδική). Κάθε στιγμή λοιπόν μέσα στην Άλλη υπάρχει το παρελθόν της και το φανταστικό μέλλον της: γιατί δε ζηλεύεις αυτά; Το άλλα πρόσωπα που ταξιδεύουν στο μυαλό της;

Υπάρχουν και κάτι στιγμές όμως που κόβεται αυτή η θέαση και η αίσθηση του χρόνου. Περί παρελθόντος και μέλλοντος. Είναι στιγμιαίες ενώσεις, όπου παύει ο χρόνος να σημαίνει το ίδιο: τότε δεν υπάρχουν συνειδητά άλλα πρόσωπα και εικόνες και μαζί διανύετε το άπειρο και το ένα. Αυτές οι στιγμιαίες ενώσεις μας δίνουν τη δύναμη να πολεμάμε για τη διαρκή και ολική, και πάνω στον πόλεμο αυτόν είναι που βάζουμε παρελθόν και μέλλον και περιβάλλον για να χτίσουμε πιο πολύ το άλλο πρόσωπο, να το φτιάξουμε έτσι ώστε να χωρέσει μέσα μας κι εμείς μέσα σ αυτό (γιατί η λέξη «κατανοώ» εμπεριέχει τη λέξη «φτιάχνω»). Ίσως προσπαθούμε μέσα από τις σκέψεις μας περί παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος του Άλλου, να τον ελέγξουμε, να ελαττώσουμε την απειρότητά του για να τον φτάσουμε, για να τον γνωρίσουμε: γι αυτό αναλύουμε τόσο τον Άλλον και τον συνδέουμε με τα εξωτερικά στοιχεία. Όταν όμως συμβαίνει όντως η ένωση δεν υπάρχουν ερωτηματικά: ερωτήσεις για το παρελθόν του, ή πώς θα είναι το μέλλον (μας), τι μπορεί να σκέφτεται κλπ. Αυτές οι στιγμές είναι ένας χώρος και χρόνος που αφήνω έξω από το πεδίο της ανάλυσης μου πάντα γιατί αποτελούν αισθήσεις που δε θέλω να μολύνω με λέξεις, και γιατί προτιμώ να τις αφήνω στη μυστηριακή μαγεία τους που πάνα αισθάνομαι ότι αγγίζει αυτό που δεν μπορώ να εξηγήσω: Δεν μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό που με αγγίζει, τι ακριβώς αγγίζει, τι είναι ακριβώς αυτό το «με».

Με τα παραπάνω θέλω να καταλήξω στο ότι, όταν νιώθουμε την ένωση να συμβαίνει, το έξω από μας δεν έχει και καμία σημασία ώστε να μας προκαλεί ζήλια κλπ. Στο εκτός αυτών των στιγμών είναι που το έξω μας αφορά. Και όχι, δε θέλω να πω ότι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε και να αναλύουμε, είναι αναπόφευκτο αυτό, και ωραίο, και σίγουρα κομμάτι του έρωτα. Αλλά μπορούμε να επιλέξουμε πώς θα το κάνουμε αυτό.(Επίσης δε θέλω να δώσω μικρότερη αξία στις στιγμές έξω απ’ αυτές της απόλυτης ένωσης: είναι κομμάτια του έρωτα και τον τρέφουν, χωρίς αυτές έρωτας δε θα γεννιόταν.)

Εφ’ όσον λοιπόν γνωρίζουμε ότι το Είναι του Άλλου είναι αδύνατο να το φτάσουμε όλο, και ότι πάντα θα προχωράμε τείνοντας προς αυτό σαν μαθηματικό όριο, πώς συνεχίζουμε να ερωτευόμαστε; Το κλειδί βρίσκεται ακριβώς εκεί: Παρ’ ότι δε θεωρώ ότι μπορώ να φτάσω τον Άλλον, ερωτεύομαι άρα προσπαθώ να τον φτάσω. Ένας αγώνας παράδοξος. (Σκέψου την αίσθηση της υπέρβασης του θανάτου και φόβου και τέλους που μπορεί να έχεις αισθανθεί ούσα ερωτευμένη: ένιωθες ότι θάνατος δεν υπάρχει ενώ εννοείται πως οι εμπειρικές σου γνώσεις σου έλεγαν ότι προφανώς υπάρχει, παρ’ όλα αυτά δε σε εμπόδισαν να νιώσεις την αθανασία!). Βουτώ με τα μούτρα στη διαδικασία της άφιξής μου στο άλλο σώμα και πνεύμα. Είναι τόσο δυνατό αυτό και τόσο πολύ το έχουμε ανάγκη που αν και λογικά απορρίψαμε την κατάκτηση του Είναι του Άλλου, συνεχίζουμε να τη διεκδικούμε, πολεμάμε λοιπόν γιατί γουστάρουμε τον πόλεμο και όχι για την ίδια τη νίκη.

Αποδεχόμαστε πρώτα τη λέξη «διεκδίκηση» λοιπόν, κι έπειτα, και παράλληλα, ότι ο Άλλος απαρτίζεται από εκατομμύρια εικόνες και αισθήσεις που απολύτως δε θα γνωρίσουμε ποτέ. Όμως εμείς εκεί, γι αυτό πολεμάμε: για να τις νιώσουμε κι εμείς μέσα από τον Άλλον. Και να τι ωραίο συμβαίνει τότε: Όσο πιο βαθιές και πολλές είναι αυτές οι εικόνες και αισθήσεις που ζούνε μέσα στον Άλλον, όσο ακόμη εξελίσσονται και πληθαίνουν και βαθαίνουν με τον χρόνο (και στο τώρα δηλαδή που ο Άλλος είναι μαζί μας αλλά που υπάρχει και έξω από μας) τόσο πιο βαθύς και μεγάλος γίνεται ο άνθρωπός μας, τόσο πιο πολύ αξίζει ο έρωτάς μας γι’ αυτόν, τόσο πιο πολύ χρειάζεται να πολεμήσουμε, κι εμείς γουστάρουμε τον πόλεμο, και έτσι τόσο πιο αέναη κάνουμε τη διαδικασία του έρωτα, ώστε τον επιμηκύνουμε πιο πολύ. Δηλαδή, το να αγαπάμε την απειρότητα του Άλλου είναι που κάνει ατέρμονο τον έρωτά μας, και όχι το να τον περιορίζουμε στα βολικά κουτάκια μας (το κουτί που τον περιορίζουμε, σχετικά με τη μονογαμία, είναι ο ίδιος ο εαυτό μας γιατί, παρ ότι και ο εαυτός μας άπειρος, είναι ένα άπειρο μικρότερο από το άπειρο όλου του κόσμου στο οποίο ο Άλλος θα μπορούσε να ταξιδεύει- για να μην πούμε για όλα τα άλλα κουτάκια στα όποια βάζουμε τα πάντα).

Υπάρχουν φυσικά πτυχές στην εξέλιξη και απειρότητα του Άλλου που φοβόμαστε ότι δε θα αγαπήσουμε και έτσι τρομάζουμε, αλλά δε βοηθάει το να τον αφήσουμε σε μια στάσιμη εικόνα μέσα μας από φόβο μην τον μισήσουμε: ας τον μισήσουμε. Τουλάχιστον, ας τον έχουμε κιόλας αγαπήσει. Θα μπαίνουμε μέσα στον Άλλον ακόμη κι αν ξέρουμε ότι αυτό είναι αδύνατο: αυτό κάνει ακόμη πιο μεγάλη την επιθυμία μας, το πείσμα μας, την προσπάθεια μας, το βάθος μας.

Εδώ σκέφτομαι βέβαια τη δύναμη του να πεις σε κάποιον: «από όλα τα μεγαλύτερα άπειρα του κόσμου διαλέγω μόνο το δικό σου». Αλλά αυτό ισχύει σε στιγμές και πάλι, γιατί έτσι κι αλλιώς ζεις και έξω από το δικό του άπειρο. Ποτέ δε διαλέγεις μόνο Αυτόν.

Βλέπω τον έρωτα σαν έναν χορό όπου τα σώματα της Μίας και της Άλλης διατηρώντας την ύλη ενώνονται κι η ύλη αλλάζει μορφές, το ένα σώμα μες στο άλλο συμπαγή αλλά και αέρινα, και σχετικά διάφανα ώστε να ενώνονται οι βαθύτερες της καθεμιάς αισθήσεις, τα βλέπω τώρα τα σώματα να αυξομειώνονται, να αλλάζουν χρώματα, σχήματα, να απλώνονται το ένα στο άλλο και ξεχωριστά αλλά και μαζί στον χώρο. Ενώνονται και χωρίζονται σημεία τους -κινούνται με την καμπυλότητα των κυμάτων και τον, χωρίς ρυθμό, ρυθμό της θάλασσας. Απλώνονται τα ενωμένα ή μη σημεία τους στον χώρο και τον χρόνο, και χώρος και χρόνος είναι κι άλλα σώματα, γιατί αυτό είναι τόσο τρομερό να το δεχτούμε; Είναι ένας χορός. Αυτό σημαίνει για μένα αυτό που λες «να κινούν βουνά ,να φεύγουν γελώντας επάνω σε ποδήλατα».

Εμείς επιλέγουμε πώς θα απλωθούμε. Έτσι, αν δε θέλουμε να απλωθούμε σε άλλα σώματα, φυσικά να μην το κάνουμε. Γι’ αυτό δε θα έλεγα ότι είμαι κατά της μονογαμίας: είμαι κατά της μονογαμίας ως ο μοναδικός τύπος ερωτικής σχέσης και έρωτα. Θα μπορούσες να πεις ότι είσαι κατά της μονογαμίας ως μοναδικής μεθόδου, αλλά ότι εσύ επιλέγεις να είσαι μονογαμική (γιατί έτσι αισθάνεσαι τώρα, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτό είναι ο έρωτας για όλες/ους -κι ούτε και για εσένα πάντα). Και εκεί είναι σημαντικό να μπορούμε να δεχτούμε (αν συμφωνούμε με τα παραπάνω) ότι αν μοιράζεσαι τη ζωή σου, το σώμα και τις σκέψεις και το κρεβάτι σου με κάποιον/α και δε θέλεις να έχεις ερωτική επαφή με άλλους/ες, τότε δε σημαίνει ότι θα απαιτείς και ο άλλος/η άλλη να μην έχει κι αυτός/ή. Γιατί ο καθένας και η καθεμία για τις πράξεις του/της έχει διαφορετικές προθέσεις.

Με ενδιαφέρουν πολύ οι προθέσεις, γιατί νομίζω αυτές είναι που μας πληγώνουν πιο πολύ. Οι πράξεις των άλλων αντανακλούν τις προθέσεις τους, αλλά σύμφωνα με την αντανάκλαση που εμείς βλέπουμε. Δηλαδή, η ίδια πράξη από δύο διαφορετικούς ανθρώπους δεν έχει την ίδια πρόθεση. Ξαναγυρνώντας λοιπόν, πιθανόν όταν η ερωτική σου συντρόφισσα βρεθεί με μια άλλη γυναίκα να μην το κάνει για τους λόγους που θα το έκανες εσύ (πχ. Γιατί δε νιώθεις καλά με τη συντρόφισσά σου και κάτι σου λείπει), και τότε ο λόγος που ενοχλείσαι είναι ότι φοβάσαι το τι μπορεί να σημαίνει, γιατί είναι κάτι έξω από σένα και που δεν μπορείς να το ελέγξεις. Θα σου άρεσε όμως να μπορούσες να το ελέγξεις; Τι αφόρητη πλήξη! Λυτρωτικό είναι να σέβεσαι ότι η Άλλη δεν είναι εσύ και να μην προβάλλεις τους δικούς σου φόβους για εσένα προσωπικά στην Άλλη.

Άρα, λέω δύο πράγματα: α)όχι στη μονογαμία ως μοναδική έκφραση του έρωτα άρα όχι και στην κριτική και το μέτρημα των συναισθημάτων των άλλων και των δικών μας με κριτήριο αυτήν και β)όχι στην καταπίεση του συντρόφου μας αν θέλει να είναι πολυγαμικός/πολυσυντροφικός είτε εμείς είμαστε είτε όχι.

Ναι, φρικτά δύσκολα όλα αυτά. Στην πράξη ίσως θέλουμε ο σύντροφός μας να δεχτεί ότι εμείς πληγωνόμαστε αν έχει ερωτικές επαφές με άλλους και να μην το κάνει: να καταπιέσει δηλαδή μια δική του επιθυμία για μια δική μας. Επειδή η ζυγαριά της ενοχής βαραίνει πρώτα αυτόν και όχι εμάς που έχουμε μια τέτοια απαίτηση. Αν δεν είχαμε από πριν αλλοιωμένη ζυγαριά λόγω των κοινωνικών μας αξιών, το όλο θέμα θα ήταν ένα παιχνίδι δύναμης. Ποια επιθυμία θα υπερισχύσει ποιας. Χωρίς σωστά και λάθη. Αποτελεί όμως η ανάγκη μας για την αποδοχή του άλλου της επιθυμίας μας να κάνει έρωτα και να ερωτεύεται μόνο εμάς, ένα σενάριο θυσίας: θέλουμε να θυσιάσει την επιθυμία του για να δείξει ότι μας αγαπάει. Γιατί πρέπει να το κάνει αυτό για να δείξει ότι μας αγαπάει; Πώς έχουμε εμείς το δικαίωμα να του ζητάμε να είναι μόνο με εμάς όταν αυτό τον καταπιέζει και τον πληγώνει;

Ακριβώς επειδή έχουμε φορτώσει τόσες ενοχές στον πολυγαμικό ή πολυσυντροφικό άνθρωπο δέχεται την επιθυμία μας εξ ορισμού (ή υποκρίνεται ότι τη δέχεται άρα βγαίνει στο ψέμα) και όχι εμείς τη δική του. Εδώ, ας μην πούμε ότι είναι λάθος αυτού που διαπράττει την «απιστία» (έγκλημα μέγα -γι αυτό του βρήκαν και τις κατάλληλες λέξεις) επειδή αυτός είναι που πράττει, γιατί και η ζήλια και η έκφραση ενός μελλοντικού πόνου, ο περιορισμός δηλαδή του άλλου, αποτελούν πράξη. Το θέμα είναι λοιπόν, ότι ξεκινάμε το σκεπτικό μας από τον ορισμό του έρωτα ως μονογαμικού και αυτός που σπάει την πίστη μας σ’ αυτόν τον ορισμό είναι ο άπιστος.

Σκέψου το ανάποδα: «Καλά μαλάκα, ξέρεις τι έγινε με την Τάνια και τον Μάριο;; Αυτός της είπε να μην έχει ερωτικές σχέσεις με άλλους! Άκου ρε! Τον προδότη, τον άπιστο! Εγώ θα χώριζα!». Τον «άπιστο» και εδώ, γιατί εκεί η πίστη θα περιοριζόταν στο πλαίσιο του πολυγαμικού/πολυσυντροφικού προτύπου ερωτικής σχέσης. Ξαφνικά είναι ο Μάριος τώρα που δε φέρεται «πιστά» στην εννοούμενη σιωπηλή μεταξύ των δύο συμφωνία, η οποία προϋπήρχε προφανής, πηγάζοντας μέσα από τους αξιακούς νόμους εκείνης της ανάποδης κοινωνίας. Τώρα είναι αυτός ο ανήθικος, γιατί απλώς έχει γυρίσει η ζυγαριά.

Θα μπορούσαμε με τον όρο «πίστη» να εννοούμε την πίστη της μίας στον άλλον, την πίστη στη μεταξύ τους σχέση, στις επιθυμίες και των δύο, οι οποίες αλλάζουν και καμία συμφωνία δεν μπορεί να τις κλειδώσει πουθενά; Εδώ είναι που χάνεται μάλλον η σταθερότητα, αλλά δεν μπορεί η ελευθερία να επιτευχθεί στο στάσιμο: για την ακρίβεια δε θεωρώ ότι μπορεί να επιτευχθεί, αλλά ότι είναι μια διαδικασία και όχι κατάσταση. Αν υπάρχει λοιπόν κατανόηση και συνύπαρξη των επιθυμιών, μπορεί να βρίσκεται ισορροπία στις επιθυμίες των δύο. Αν δε βρεθεί πάλι αυτή η ισορροπία σε κάποιο σημείο, τότε βλέπουμε τι κάνουμε: ή είμαστε σε μια σχέση με έναν «έρωτα» χωρίς ελευθερία ή δεν είμαστε πια.

Εδώ θέλω να σχολιάσω τη φράση σου «αν δεν μπορώ να πραγματοποιήσω κάτι, δεν έχει νόημα να λέω ότι είναι ιδανικό μου». Με βρίσκω μακριά από αυτή τη δήλωση. Οι πραγματικότητες του μυαλού μας δεν είναι οι πραγματικότητες που λαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας. Μπορεί να έχουμε κάτι στο μυαλό που οι συνθήκες και ο περιορισμός των δυνατοτήτων δε μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να το έχουμε μέσα μας και να θέλουμε να το ζήσουμε; Το γεγονός ότι τώρα οι συνθήκες μας το καθιστούν δύσκολο ή αδύνατο δε σημαίνει ότι δε θα μπορέσουμε να το φτάσουμε σε κάποιο άλλο μελλοντικό πλαίσιο.

Προσωπικά ξέρω πως έχω μεγαλώσει με πολλά ερεθίσματα, αντικρουόμενα σε μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε τώρα φτάνω στο σημείο να είμαι κάτι και ένα κομμάτι αυτού του κάτι να θέλει να αλλάξει άλλα κομμάτια αυτού του κάτι. Λέω όλα τα παραπάνω, τα αισθάνομαι, και παράλληλα μερικές φορές νιώθω ζήλια όταν είμαι σε σχέση και ερωτευμένη ή μη με κάποιον άνθρωπο. Αλλά δε μ’ αρέσει αυτό που έγινα: δηλαδή όχι όλο. Θέλω να φέρω κάποια συναισθήματά μου πιο κοντά σε άλλα που συνυπάρχουν πιο αρμονικά με τη σκέψη μου. Φυσικά, δεν αποτελούν τα παραπάνω μόνο σκέψεις, δημιουργήματα της λογικής και της ιδεολογίας, αλλά κυρίως πράγματα που έχω βιώσει και που έχω ανάγκη.

Πιστεύω ότι μπορούμε να τείνουμε στο ιδανικό μας, ακόμη κι αν μέσα μας φωλιάζει όλη η σαπίλα του κόσμου στον οποίο βρεθήκαμε: κομμάτι μας η σαπίλα που συγκρούεται με άλλα μέσα μας, κι ας το δεχτούμε αυτό το κομμάτι αλλά ας το αλλάξουμε κιόλας, γιατί γνωρίζουμε και την πολύ μεγάλη ομορφιά του κόσμου, και καλούμαστε να επιλέξουμε σε ποιον από τους δύο χώρους θέλουμε να ζήσουμε. Ο δρόμος είναι δύσκολος και δεν ξέρω αν ποτέ θα φτάσουμε στην αρμονία των εαυτών που γίναμε και των εαυτών που νιώθουμε την επιθυμία να γίνουμε, των εαυτών που νιώθουμε ότι είμαστε, αλλά τουλάχιστον η προσέγγιση αξίζει. Θα γίνουμε καλύτερες και βαθύτερες. Θα «χαρίσουμε την αγάπη και τον χρόνο».

 

 


5 μύθοι για την αγάπη, το σεξ, και τις σχέσεις που μας εμποδίζουν να αποδεχθούμε την πολυσυντροφικότητα

της  Sian Ferguson

imagesS42CI1C6
Κάθε φορά που λέω σε μονογαμικούς ανθρώπους ότι είμαι πολυσυντροφική, έρχομαι πάντα αντιμέτωπη με πολλή περιέργεια.

Ενώ οι άνθρωποι μερικές φορές αντιδρούν με προκατειλημμένο τρόπο,συχνά δέχομαι ερωτήσεις και συλλογισμούς με πολύ σεβασμό διατυπωμένους .

“Πώς λειτουργεί αυτό όμως;”

“Εάν ο σύντροφός σας δεν ζηλεύει, πώς ξέρετε ότι ενδιαφέρεται πραγματικά για σας;”

“Πώς θα λειτουργήσει  αυτό αν θέλετε να παντρευτείτε ή να κάνετε παιδιά;”

Όσο περισσότερες ερωτήσεις δέχομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι η κοινωνία μας έχει διδάξει πολλούς ετεροκανονικούς μύθους για την αγάπη.

Αυτοί οι μύθοι περιορίζουν την κατανόηση μας πάνω στις σχέσεις, και οδηγούν σε διακρίσεις εις βάρος  πολλών ομάδων ανθρώπων – συμπεριλαμβανομένων των πολυσυντροφικών ανθρώπων.

Βλέπετε, είμαστε κοινωνικοποιημένοι να πιστεύουμε συγκεκριμένα πράγματα για τον έρωτα, τις σχέσεις,  και το σεξ. Μας λένε ότι κάποιες σχέσεις είναι «καλές», «κανονικές» και «αποδεκτές», ενώ άλλες είναι αποκλίνουσες και αφύσικες.

Αυτές οι βασικές κοινωνικές νόρμες επηρεάζονται από κάτι που ονομάζουμε “ετεροκανονικότητα”

Η ετεροκανονικότητα υποστηρίζει την ετεροφυλοφιλία ως κανόνα, αλλά επίσης επιδρά σε εμάς δημιουργώντας διακρίσεις εναντίον των εμπλεκόμενων στη βιομηχανία του σεξ,  ανθρώπους που ασχολούνται με το BDSM / kink,  ανθρώπους  που κάνουν προγαμιαίο ή εξωσυζυγικό σεξ, ανθρώπους που κάνουν σεξ για μη αναπαραγωγικούς σκοπούς,  ερωτικούς συντρόφους με διαφορά ηλικίας, ανθρώπους που χρησιμοποιούν sex toys … βασικά, τον καθένα που κάνει ένα είδος σεξ που θεωρούμε “παράξενο” ή ανώμαλο.

Η ετεροκανονικότητα προωθεί επίσης συγκεκριμένες ιδέες για το πώς λειτουργούν οι  ρομαντικές και σεξουαλικές σχέσεις.

Είτε είστε ένα μονογαμικό άτομο που θέλει να υποστηρίξει πολυσυντροφικά άτομα, είτε ένα πολυσυντροφικό άτομο που προσπαθεί να αποδεχθεί την πολυσυντροφικότητα του, ή και τίποτα από αυτά ,η  αποδοχή της πολυσυντροφικότητας απαιτεί να ξεμάθουμε  τους ετεροκανονικούς μύθους που έχουμε  διδαχθεί για την αγάπη.

Ας σκεφθούμε κριτικά πάνω σε μερικούς από αυτούς τους μύθους!

1. Όλοι έχουμε τον “Ένα και Μοναδικό/ή / την αδελφή ψυχή”

Έχουμε κάνει ταινίες γι ‘αυτό. Γράφουμε βιβλία γι ‘αυτό. Τραγουδάμε τραγούδια γι ‘αυτό.

Η κοινωνία προωθεί συνεχώς την ιδέα ότι όλοι έχουμε μια “αδελφή ψυχή”, επίσης γνωστή ως “ο Ένας και μοναδικός” – κάποιος εκεί έξω που είναι το τέλειο πρόσωπο για τον καθένα μας.

Υπάρχουν μια σειρά προβλήματα με αυτήν την ιδέα.

Πρώτον, υπονοεί ότι μια καλή σχέση είναι προκαθορισμένη, αντί να δημιουργείται και να διατηρείται μέσα από σκληρή δουλειά.

Δεν μπορώ να μετρήσω τον αριθμό των φορών που οι φίλοι/ες μου φοβούνται να αφήσουν μια τοξική σχέση, διότι φοβούνται  ότι ο/η σύντροφός τους μπορεί να είναι “ο Ένας και μοναδικός”.

“Τι  θα συμβεί αν αυτός/ή είναι όντως  το άλλο μου μισό;” ρωτούν. “Τι θα συμβεί αν τον/την διώξω μακριά και είναι η μόνη αληθινή αγάπη που θα νιώσω ποτέ;”

Η αντίθετη κατάσταση είναι επίσης δυνατή. Είχα ένα φίλο που έβαζε πολύ λίγη προσπάθεια στις σχέσεις επειδή σκεπτόταν ότι αν η σχέση ήταν “γραφτό να γίνει,” και αν ο/η σύντροφός του ήταν πραγματικά “το άλλο του μισό”, η σχέση θα μπορούσε να λειτουργήσει ούτως ή άλλως.

Δεύτερον, η έννοια του “μοναδικού” περιθωριοποιεί τους aromantic ανθρώπους – δηλαδή αυτούς/ες που βιώνουν λίγη ή καθόλου ρομαντική ερωτική έλξη.

Τρίτον, η ιδέα του “μοναδικού” διαγράφει τους πολυσυντροφικούς  ανθρώπους.

Μπορούμε να αγαπάμε περισσότερα από ένα άτομα ταυτόχρονα, και να αρνηθούμε ότι αυτό σημαίνει να ακυρώνεις τη βιωμένη εμπειρία ενός άλλου προσώπου.

Τι θα γινόταν αν υπήρχε ένας αριθμός ανθρώπων με τους οποίους θα μπορούσα να έχω ευτυχισμένες, υγιείς, ταυτόχρονες σχέσεις; Τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε “Ένα και μοναδικό” άτομο εκεί έξω για μένα, αλλά μάλλον ένας αριθμός ανθρώπων που θα μπορούσαν να είναι συμβατά με μένα;

Στο επίκεντρο αυτής της ιδέας, είναι η ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγαπούν μόνο ένα άτομο κάθε φορά. Πράγμα που με οδηγεί στο επόμενο μύθο …

2. Εάν ο/η σύντροφός σας θέλει κάποιον άλλον/η, είναι επειδή είστε Ανεπαρκής

Είναι ίσως εξαιτίας του μύθου της “αδελφής ψυχής” που πιστεύουμε ότι το να  έχεις μία ρομαντική σχέση είναι κατάλληλο για όλους. Για το λόγο αυτό, πολλοί άνθρωποι έχουν την αντίληψη ότι αν θέλετε να κάνετε σχέση με ένα νέο πρόσωπο, αυτό είναι επειδή ο/η τρέχων/ουσα σύντροφός σας δεν είναι αρκετά καλός/ή ή επαρκής.

Αλλά γιατί;

Ξέρω ανθρώπους που έχουν περισσότερα από ένα παιδιά, όχι επειδή το πρώτο τους παιδί είναι ανεπαρκές, αλλά μόνο και μόνο επειδή θέλουν περισσότερα παιδιά.

Έχω περισσότερους από ένα φίλο/η, όχι επειδή κάποιοι/ες από αυτούς/ές είναι ανεπαρκείς, αλλά απλώς και μόνο επειδή θέλω περισσότερους φίλους/ες.

Ομοίως, μπορεί να είμαι σε μια ρομαντική σχέση με περισσότερα από ένα άτομα ταυτόχρονα. Αυτό δε συμβαίνει επειδή ο σημερινός/η σύντροφός μου είναι ανεπαρκής με κάποιο τρόπο, αλλά απλώς και μόνο επειδή τυχαίνει να θέλω να έχω και άλλους/ες συντρόφους.

Αν έχω ερωτευθεί με ένα νέο πρόσωπο, είναι μια αγάπη ανεξάρτητη από αυτή  που μοιράζομαι με τον/η σύντροφό μου. Η αγάπη μου για ένα άτομο δεν αντικαθιστά την άλλη, απλά συνυπάρχουν.

Είμαι της γνώμης ότι κανένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να εκπληρώσει όλες τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας ταυτόχρονα. Ο/η σύντροφός μου είναι εξαιρετικός/ή και απίθανος/η, και δεν μπορεί να μου δώσει απολύτως ό, τι χρειάζομαι.

Το αντίστροφο ισχύει επίσης , -όσο σκληρά και αν προσπαθώ, δεν μπορώ να δώσω ό, τι ο/η σύντροφός μου θέλει και χρειάζεται.

Δεν είναι επειδή κάτι είναι λάθος με κάποιον/α  από εμάς. Είναι ακριβώς επειδή είναι αδύνατο να δώσεις σε κάποιον/α όλα όσα χρειάζεται – και το να περιμένεις από κάποιον/α να το κάνει  είναι σαν να ωθείς τον εαυτό σου στην καταστροφή. Όλοι μας έχουμε τόσες πολλές διαφορετικές ανάγκες, και χρειαζόμαστε μια σειρά από διαφορετικές πηγές για να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες.

Ο λόγος που είμαι με τους/τις  συντρόφους μου είναι γιατί τους αγαπώ βαθιά.  Με κάνουν απίστευτα χαρούμενη. Η σχέση μας είναι υγιής, θρεπτική, και όμορφη.

Κανένα από αυτά τα σημεία δεν  απαιτεί από αυτούς να εκπληρώνουν κάθε ανάγκη μου.

Απλά επειδή κάποιος δεν μπορεί να προσφέρει ό, τι ένα άλλο άτομο χρειάζεται, δεν σημαίνει ότι δεν είναι πολύτιμος και σημαντικός.

Αυτό αφορά και τους μονογαμικούς ανθρώπους επίσης  – όσο και αν αγαπάς τον/τη σύντροφό σου, είναι σημαντικό να έχεις και άλλους φίλους επίσης, επειδή αποκομίζεις διαφορετικά πράγματα από διαφορετικές σχέσεις.

Στην πολυσυντροφικότητα, μια μυριάδα διαφορετικών σχέσεων – κάθε μια με τα δικά της πλεονεκτήματα, προβλήματα, και δυναμικές – μπορούν θεωρητικά να συνυπάρχουν.

3. Η ζήλια είναι ένας δείκτης της Αγάπης

Αν αγαπάς κάποιον, τον θέλεις όλο για εσένα . Σωστά;

Ε, λοιπόν όχι. Αλλά αυτό είναι που η κοινωνία μας διδάσκει.

Δεν λέω ότι η ζήλια είναι ένα απαγορευμένο συναίσθημα, ούτε λέω ότι οι πολυσυντροφικοί άνθρωποι δε ζηλεύουν ποτέ – πιστέψτε με, μερικές φορές το κάνουμε!

Αντίθετα, λέω ότι δεν πρέπει να εξισώνουμε τη ζήλια με την αγάπη.

Οι πολυσυντροφικοί άνθρωποι αναφέρονται συχνά στην ιδέα της συναπόλαυσης (compersion) – το συναίσθημα της χαράς που αντιμετωπίζετε όταν βλέπετε τον/τη σύντροφό σας  να αντλεί ευχαρίστηση από μια άλλη σεξουαλική ή ρομαντική σχέση.

Όταν ο/η σύντροφός μου είναι ενθουσιασμένος/η για ένα νέο πρόσωπο, είμαι ενθουσιασμένη γι αυτόν/η, πάρα πολύ. Τον/ην αγαπώ βαθιά, και με κάνει χαρούμενη να τον/ην βλέπω χαρούμενο – είτε είμαι η πηγή αυτής  της χαράς είτε όχι.

Το αίσθημα της ζήλιας συχνά πηγάζει από ένα αίσθημα ανεπάρκειας. Όπως ανέφερα και πριν, συχνά πιστεύουμε ότι αν ο/η σύντροφός μας νιώσει έλξη για κάποιον άλλο/η, αυτό συμβαίνει γιατί είμαστε ανεπαρκείς.

Αλλά αυτό απλά δεν είναι αλήθεια. Επειδή ξέρω ότι είμαι σε θέση να αγαπώ περισσότερα από ένα άτομα ταυτόχρονα, πιστεύω τον/τη σύντροφό μου όταν  λέει ότι αγαπά  άλλους ανθρώπους, καθώς και εμένα.

Επειδή καταλαβαίνω την έλξη του και αναγνωρίζω τα συναισθήματά του απέναντι στους άλλους, δεν σημαίνει ότι είμαι ανεπαρκής. Έτσι, δεν έχω κανένα λόγο να ζηλεύω, ακόμα κι αν αγαπάω το σύντροφό μου πάρα πολύ.

Για άλλη μια φορά, δεν λέω ότι ποτέ δεν ζηλεύω –  όχι, λέω ότι η ζήλια δεν αποτελεί ένδειξη αγάπης.
4. Ένα σπίτι με δύο γονείς είναι καλύτερο για τα παιδιά

Κάτι που οι άνθρωποι συχνά ρωτούν είναι τι θα συμβεί αν μία ημέρα θελήσω να κάνω παιδιά.

Αυτό βασίζεται σε πολλές ετεροκανονικές ιδέες που έχουμε για τις οικογένειες. Συχνά πιστεύουμε ότι οι οικογένειες λειτουργούν καλύτερα όταν τα παιδιά ζουν με τους (βιολογικούς, παντρεμένους)  γονείς τους.

Αλλά μερικές φορές, οι οικογένειες λειτουργούν διαφορετικά, και αυτό είναι εντάξει!

Ανατράφηκα από μια ανύπαντρη μητέρα, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου, τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, και την ευρύτερη οικογένεια, και κατέληξα μια χαρά.

Αν καταλήξω να έχω παιδιά μια μέρα, και είμαι μέρος μιας πολυσυντροφικής κατάστασης εκείνη την εποχή, νομίζω ότι τα παιδιά μου θα είναι πραγματικά τυχερά.

Οι σύντροφοι που συμμετέχουν σε μια πολυσυντροφική κατάσταση μπορεί να είναι μια μεγάλη πηγή υποστήριξης. Μερικές φορές, οι σύντροφοι μοιράζονται το χρόνο, την ενέργεια και τα χρήματά τους μεταξύ τους, πράγμα που σημαίνει ότι ένα μεγάλο δίκτυο υποστήριξης σχηματίζεται.

Έτσι, αν έχω πολλαπλές σχέσεις, κατά την ανατροφή των παιδιών, είναι πιθανό ότι τα παιδιά μου θα περιβάλλονται από αγάπη – όχι μόνο από τον εαυτό μου και τους συγγενείς μου, αλλά και από τους συντρόφους μου και τους συντρόφους τους, επίσης!

Ίσως να είμαι σε μια κατάσταση όπως αυτή. Ίσως να είμαι σε μια μονογαμική σχέση. Ίσως να είμαι ο μόνος γονέας. Ποιός/ά ξέρει;

Αυτό που έχει σημασία σε ένα σπίτι δεν είναι ο αριθμός των γονέων που  ένα παιδί έχει, αλλά η ποιότητα των σχέσεων μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας.

5. Ο γάμος είναι η απόλυτη απόδειξη της αγάπης

Δεν μπορώ να υπολογίσω πόσες φορές οι άνθρωποι με έχουν ρωτήσει, “Αλλά ποιον θα παντρευτείς;”, όταν άκουσαν ότι είχα περισσότερους από έναν συντρόφους.

Γιατί  ο γάμος είναι τόσο κεντρικής σημασίας στις ιδέες μας για την αγάπη και τις σχέσεις;

Ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία δίνει προτεραιότητα  στο γάμο έναντι όλων των σχέσεων άλλης μορφής είναι το λιγότερο προβληματικός.

Στο “Ελαχιστοποιώντας το Γάμο: Ο γάμος, η ηθική και ο νόμος” η φιλόσοφος Elizabeth Brake προβληματοποίει την έννοια του γάμου. Μια σημαντική διαπίστωση που κάνει είναι ότι οι έγγαμες σχέσεις είναι κοινωνικά και νομικά προνομιούχες  έναντι  άλλων σχέσεων.

Επισημαίνει ότι:

… Η μεγάλη κοινωνική και νομική σημασία που αποδίδεται στο γάμο και σε σχέσεις που μοιάζουν στη μορφή με τις έγγαμες σχέσεις είναι αδικαιολόγητη και … το προνόμιο αυτό βλάπτει, μερικές φορές άδικα, όσους δεν είναι  προσανατολισμένοι προς μονογαμικές, κεντρικές σχέσεις. Σε αυτούς που βλάπτονται περιλαμβάνονται τα μέλη πολλαπλών σημαντικών αλληλεπικαλυπτόμενων φιλικών σχέσεων, όπως τα δίκτυα φροντίδας ενηλίκων ή οι “φυλές” των πόλεων, οι ασέξουαλ, οι μοναχικοί και οι πολυσυντροφικοί. »
Σκεφτείτε το: Πόσα νομικά οφέλη μπορεί κάποιος να λάβει όταν είναι παντρεμένος; Πώς η κοινωνία αντιδρά προς τα παντρεμένα ζευγάρια, σε αντίθεση με τις αντιδράσεις της κοινωνίας έναντι των άγαμων ζευγαριών;

Η Brake συνεχίζει παραθέτοντας τις νόρμες που περιβάλλουν το γάμο. Η ίδια περιγράφει την έννοια της «amatonormativity»*, ως εξής:

η υπόθεση ότι μια κεντρική, αποκλειστική, ερωτική σχέση είναι φυσιολογική για τους ανθρώπους, δεδομένου ότι είναι ένας καθολικά κοινός στόχος, και ότι μια τέτοια σχέση είναι κανονιστική, με την έννοια ότι θα πρέπει να αποσκοπούμε σε αυτήν κατά προτεραιότητα έναντι άλλων τύπων σχέσεων. »

Με άλλα λόγια, amatonormativity είναι η ιδέα ότι ο καθένας θα πρέπει να εργαστεί προς την κατεύθυνση μιας ενιαίας ρομαντικής σχέσης, και ότι η σχέση αυτή είναι η πιο σημαντική.

Μερικοί άνθρωποι εκτιμούν το γάμο, και αυτό είναι ΟΚ. Αλλά άλλοι δεν τον εκτιμούν, και είναι άδικο να υπονοείται ότι η νομική αναγνώριση κάποιας σχέσης (εων) σημαίνει ότι οι άλλες είναι λιγότερο έγκυρες και λιγότερο σημαντικές.

Εν τέλει, ο γάμος είναι η κρατική αναγνώριση της σχέσης σας με κάποιον(α). Το κράτος δεν είναι σύντροφός σας στη σχέση, οπότε γιατί θα πρέπει να έχει λόγο στον καθορισμό του πόσο σημαντική είναι;

Από τη στιγμή που θα αμφισβητήσουμε την κεντρική σημασία του γάμου στις συζητήσεις μας για την αγάπη και τις σχέσεις, μπορούμε να αρχίσουμε να αποδεχόμαστε την ιδέα της πολυσυντροφικότητας.

***

Αυτοί οι ετεροκανονικοί μύθοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό  για το ότι η πολυσυντροφικότητα θεωρείται από ορισμένους ως άκυρη, παράξενη, και ανώμαλη.

Και αυτοί οι μύθοι δεν βλάπτουν μόνο πολυσυντροφικούς ανθρώπους. Αποτελούν τμήμα μιας ετεροκανονικής κουλτούρας, η οποία βλάπτει τελικά μια μεγάλη μάζα ανθρώπων.

Για το λόγο αυτό, είναι επιτακτική ανάγκη να έχουμε συνείδηση  αυτών των μύθων και να τους αμφισβητούμε όταν εκδηλώνονται.

Αν και όταν οι άνθρωποι βιώνουν τη ρομαντική αγάπη,  οι εμπειρίες τους είναι ποικίλες. Αν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια  μη-καταπιεστική κοινωνία ισότητας, πρέπει να θυμόμαστε μια απλή αλήθεια:

Δεν υπάρχει «σωστός» τρόπος για να αγαπάς.

Η Sian Ferguson είναι αρθρογράφος του Everyday Feminism, queer και πολυσυντροφική, Νοτιοαφρικανή φεμινίστρια με καταγωγή από το Cape Town. Σπουδάζει Αγγλικά και Ανθρωπολογία στο Rhodes University του Grahamstown.

Πηγή: http://everydayfeminism.com/2015/10/monogamy-myths-polyamory/

Ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά: polyamory gr
* “amatonormativity” Σύνθετη λέξη από το Λατινικό amo (αγαπώ, ερωτεύομαι) και τη λέξη normativity που σημαίνει κανονικότητα. Αναφέρεται στην κοινωνική επιβολή των ερωτικών σχέσεων ως τη βασική σχέση που “είναι φυσικό”να επιδιώκουν οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κατά προτεραιότητα έναντι άλλων μορφών σχέσεων και προωθεί το μονογαμικό μοντέλο σχέσης. Δεν υπάρχει δόκιμη απόδοση της στα ελληνικά.


Ενάντια στη μορφή-ζευγάρι

Παραθέτουμε παρακάτω τη μετάφρασή του άρθρου «Against the Couple-Form» από το πρώτο τεύχος του queer φεμινιστικού περιοδικού LIES. Συγγραφείς του άρθρου είναι οι Clémence X. Clementine και συνεργάτιδες από την Infinite Venom Girl Gang, και δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο του περιοδικού το 2012.

happy marriage

Το «Τέρμα με τις μητέρες, τις γυναίκες και τα κορίτσια, ας καταστρέψουμε τις οικογένειες!» ήταν μια χειρονομία-πρόσκληση να σπάσουμε τις αναμενόμενες αλυσίδες των γεγονότων, να απελευθερώσουμε τις συμπιεσμένες δυνητικότητες. Ήταν ένα χτύπημα στις γαμημένες ιστορίες αγάπης, στην κοινότυπη πορνεία. Ήταν ένα κάλεσμα να ξεπεράσουμε το ζευγάρι ως στοιχειώδη μονάδα διαχείρισης της αλλοτρίωσης.

-Tiqqun, «How to?»

Λιμπιντικές ροές διατέμνουν τον κοινωνικό κόσμο. Οι ερωτικές και σεξουαλικές σχέσεις δεν υπάρχουν σε κάποιο ασφαλές πεδίο αποκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνία. Μάλλον αποτελούν συστατικά στοιχεία σχεδόν κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής. Η επιθυμία ρέει και κυκλοφορεί ανάμεσα σε χώρους απασχόλησης, διαμάχες μεταξύ διανοούμενων, πολιτικές οργανώσεις, καλλιτεχνικούς κύκλους, παιδικές χαρές και νεκροταφεία. Ο ηλικιωμένος ασθενής αρπάζει το στήθος της νοσοκόμας που σκύβει από πάνω του. Ο κυβερνητικός αξιωματούχος γδύνει τη νεοπροσληφθείσα ασκούμενη αφήνοντάς τη μόνο με το λεοπάρ στρινγκ της κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής ενημέρωσης στο γραφείο του. Ο φυλακισμένος ακουμπάει το χέρι του στο διαχωριστικό τζάμι του θαλάμου επισκεπτών, προσπαθώντας ν’ ακουμπήσει τη σύζυγό του ύστερα από είκοσι χρόνια σωματικού διαχωρισμού. Αυτές οι ροές των λιμπιντικών επιθυμιών επενεργούν εντός και μεταξύ ευρύτερων κοινωνικών μηχανισμών, με τέτοιο τρόπο ώστε να αναζωογονούν τις δυναμικές της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Η επιθυμία, συχνά εστία πολιτικής, εισχωρεί στο λεγόμενο «δημόσιο» πεδίο.

Η πατριαρχία υποβάλλει ακατάπαυστα αυτές τις επιθυμητικές ροές σε ένα σύστημα οργάνωσης, σε μια λογική που στρέφει τις επιθυμητικές ροές ενάντια στον ίδιο τον εαυτό τους. Θα αναφέρομαι σε αυτό το καναλιζάρισμα και την οργάνωση των σεξουαλικών και ερωτικών σχέσεων ως λογική του ζευγαριού – αυτή που διοχετεύει, απλοποιεί και ανάγει την ερωτική επιθυμία στις ανάγκες της πατριαρχίας εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η λογική υποθέτει ότι οι γυναίκες δεν έχουν παρά έναν μόνο χώρο εκπλήρωσης των κοινωνικών και σεξουαλικών επιθυμιών τους, τη ρομαντική σχέση με έναν άντρα. Το ζευγάρι λειτουργεί ως κατώφλι, ως εισιτήριο εισόδου, ως το χρυσό κλειδί που επιτρέπει σε μια γυναίκα να συμμετάσχει στον κοινωνικό κόσμο. Το ζευγάρι υπόσχεται ότι, αφού εισέλθει στη λαβή του, καμιά πλέον δεν θα υποφέρει από αλλοτρίωση, απομόνωση, ανία, ξεριζωμό. Το ζευγάρι παραχωρεί στη γυναίκα την ιδιότητα του προσώπου και την κοινωνική ορατότητα. Αποκτά έναν τίτλο, μια χρονικότητα, έναν χώρο μέσω του ζευγαριου. Ο γάμος εσωκλείει ευλαβικά αυτή τη λογική και τη διαιώνιση της συγκεκριμένης μορφής που πήρε η πατριαρχία στον καπιταλισμό.

Η πράξη και ο λόγος εντός των πατριαρχικών κοινωνικών σχέσεων αναδύονται από μια ομάδα αντρών που ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον. Στους πνευματικούς, πολιτικούς ή καλλιτεχνικούς κύκλους, ένα επιτελείο αντρών συχνά μονοπωλεί την ικανότητα συμμετοχής στην παραγωγή γεγονότων ή ιδεών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάνει και κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Η πατριαρχία συστηματικά αποκλείει τις γυναίκες από την πράξη και τον λόγο, ξαποστέλνοντάς τες ως τάξη στην εκτέλεση της άμισθης εργασίας κοινωνικής αναπαραγωγής. Αντίθετα από μια ουσιοκρατική έννοια, η κατηγορία της γυναίκας προκύπτει από έναν έμφυλο τρόπο εκμετάλλευσης και υποβιβάζει ορισμένους τύπους εργασίας στην ιδιωτική, άμισθη σφαίρα. Ενώ οι γυναίκες εργάζονται δραστήρια σε έμμισθες δουλειές εκτελώντας επιπλέον την οικιακή εργασία, οι άντρες δημιουργούν τη σφαίρα της δημόσιας ζωής προκειμένου να μονωθούν από την αποδοχή της κοινοτυπίας και της περιττότητάς τους.

Οι άντρες παραχωρούν στις γυναίκες πρόσβαση στην πράξη και τον λόγο μέσω της ανάπτυξης σεξουαλικών σχέσεων με τους άντρες αυτού του κύκλου. Οι εργένισσες, εκείνα τα αδέσποτα σκυλιά, παραμένουν στην περιφέρεια, πάντα σε απόσταση από τον χώρο όπου διεξάγονται διαβουλεύσεις, σχέδια και γεγονότα. Το ζευγάρι ενεργεί ως κοινωνική μορφή η οποία απαιτεί από τις γυναίκες, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε πρακτική ή τομέα επιθυμούν, να προσδεθούν στους άντρες μέσω του μηχανισμού του ζευγαριού. Η μορφή-ζευγάρι συχνά συγκροτεί τη μοναδική τεχνική που προστατεύει μια γυναίκα από τον μισογυνισμό μιας ομάδας αντρών. Ποια είναι αυτή; Α, νομίζω πως είναι η κοπέλα του Ζακ, η πρώην του Μπεν. Οι γυναίκες γίνονται γνωστές για τις σχέσεις τους με τους άντρες, όχι για την προσφορά τους στην πνευματική ή πολιτική ζωή. Οι ζωές των γυναικών υποβαθμίζονται στους ρόλους τους ως η σύζυγος του Ρ ή η ερωμένη του Τζ, όχι ως ποιήτριες, θεωρητικοί, ή επαναστάτριες όπως τους πρέπει.

Οι γυναίκες επιλέγουν διαφορετικές στρατηγικές όταν αντιμετωπίζουν τις πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις και τη λογική του ζευγαριού. Η γυναίκα που ακολουθεί έναν άντρα με εξουσία σε ένα συγκεκριμένο περίγυρο. Η γυναίκα που πάντα χρειάζεται έναν άντρα γύρω της και θα πάρει ό,τι μπορέσει. Η γυναίκα που απολαμβάνει την αυτοπεποίθηση να είναι η φιλενάδα του τάδε. Η γυναίκα που κάθεται χαρωπά στον «καναπέ των φιλενάδων» κατά τη διάρκεια της πρόβας του συγκροτήματος. Η γυναίκα που βρίσκεται σε κατάθλιψη όταν δεν έχει αγόρι. H γυναίκα που βλέπει τον άντρα με τον οποίο είναι μαζί ως καθρέπτη της δικής της μαεστρίας. Η γυναίκα που περιμένει έναν άντρα αρκετά εντυπωσιακό για να την πάει μπροστά. Η γυναίκα της οποίας η διανοητική εργασία μονοπωλείται στο να ξενυχτάει γράφοντας απολογητικά e-mail στο αγόρι της αντί να σκαρώνει δικά της ποιήματα, θεωρίες ή αρχιτεκτονικά σχέδια.

Η λογική του ζευγαριού μεσολαβεί τη σχέση της γυναίκας με τον εαυτό της, και τις σχέσεις της με άλλες γυναίκες. Στην παραγωγή του εαυτού της ως γυναίκα, έχει διαρκώς στο νου της ότι είναι αναγκαίο να την επιθυμούν, να αξίζει την επιθυμία ενός άντρα, να είναι κατάλληλη για την αγάπη ενός άντρα. Η «προχώρα, κορίτσι μου! το αξίζεις!» διάσταση της σύγχρονης γυναικείας υποκειμενοποίησης κωδικοποιεί την ατομική υποταγή των γυναικών ως αυτοπραγμάτωση. Τα φεμινιστικά κύματα μετά το 1950 έχουν επαναδιευθετήσει τη θέση των γυναικών στον καπιταλισμό και σε σχέση με τους άντρες, χωρίς απαραίτητα αυτές οι θέσεις να έχουν γίνει λιγότερο καταπιεστικές. Η ψευδοενδυνάμωση των γυναικών να κοιμούνται όπου θέλουν, να φοράνε κραγιόν και ν’ αγοράζουν στους εαυτούς τους σοκολάτες αν το θελήσουν, δεν ισοδυναμεί με κάποια σημαντική αλλαγή της δομικής τους εκμετάλλευσης. Η φαμ φατάλ, η μπουρλέσκ χορεύτρια[1], η διευθύντρια έχει άντρα ή την έχει ένας άντρας; Μια γυναίκα ίσως εσωτερικεύσει εξ ολοκλήρου τις απαιτήσεις του ζευγαριού, αναπαράγοντας τον εαυτό της ως ελκυστική, επιθυμητή και περιζήτητη -χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να παραχθούν- ακόμη κι ενόσω διαμαρτύρεται ενάντια στο σεξουαλικά αρπακτικό αρσενικό. Η λογική του ζευγαριού έχει ενισχύσει την άμεση σχέση της εργένισσας με το εμπόρευμα, με την προσταγή να παράγει τον εαυτό της ως εμπόρευμα. Όπως ακριβώς και στη σφαίρα της κυκλοφορίας -όπου υποτίθεται ότι αγοραστές και πωλητές ανταλλάζουν ισοδύναμα- η εργένισσα ανταλλάσσει ώρες στολισμού, τόνωσης και μαδήματος με την ικανότητά να αγοραστεί από έναν άντρα στην αγορά κρέατος. Το ζευγάρι μεσολαβεί σχέσεις μεταξύ γυναικών στον βαθμό που αλληλεπιδρούν όχι για να εμβαθύνουν την μεταξύ τους σύνδεση, αλλά για να κουτσομπολέψουν τα αγόρια, να επεξεργαστούν τις σχέσεις τους με τους άντρες, ν’ ανταλλάξουν τεχνολογίες θηλυκότητας δια των οποίων μπορούν να βελτιώσουν το στάτους τους έναντι των ανδρών. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η μορφή-ζευγάρι στοιχειώνει τις γυναίκες όταν βρίσκονται μόνες τους ή με άλλες γυναίκες.

Δεν πρέπει καμιά να διαχωρίζει την επιθυμία για μια σεξουαλική σχέση μ’ έναν άντρα από το πατριαρχικά στημένο παιχνίδι. Ποιοι είναι αυτοί οι γκόμενοι; Τι σκέφτεται μια γυναίκα ότι θα πάρει αν αποκτήσει έναν; Εν ολίγοις, τα πάντα. Το ζευγάρι αντικαθιστά την ίδια την επιθυμία, αφότου εσωκλειστεί ευλαβικά, διοχετευθεί και υποβιβαστεί σε μοναδικό αντικείμενο από την πατριαρχία. Τα νεαρά κορίτσια, αντί να εμφανίζουν μια επιθυμία άρνησης ή ξεπεράσματος, σχεδιάζουν τους γάμους τους ήδη από το νήπιο. Αφοσιώνεται στο ζευγάρι με την ελπίδα να μετριάσει την αλλοτρίωσή της και ν’ αυξήσει την αίσθηση της «ασφάλειας», με τον ίδιο τρόπο που μια πολίτης αφοσιώνεται σε ένα κατασταλτικό κράτος που εμπιστεύεται ότι θα την κρατήσει ασφαλή. Ενώ πιθανώς δεν είναι ορατό απ’ την αρχή, το ζευγάρι θα την αλλοτριώσει και θα την απομονώσει περαιτέρω. Θα πρέπει επιπλέον να λογοδοτεί στον σύζυγό της πέρα από το αφεντικό της, εισερχόμενη σε μια σχέση υπερεκμετάλλευσης. Η συντρόφισσα Valerie Solanas δίνει βάση στην εξατομικευτική λειτουργία του ζευγαριού: «Η κοινωνία μας δεν αποτελεί κοινότητα, αλλά απλά συλλογή απομονωμένων οικογενειακών μονάδων. Απεγνωσμένα ανασφαλής, φοβούμενος ότι η γυναίκα του θα τον αφήσει αν εκτεθεί σε άλλους άντρες ή σε οτιδήποτε που έστω κι ελάχιστα μοιάζει με ζωή, ο άντρας προσπαθεί να την απομονώσει από τους άλλους άντρες κι από τον λίγο πολιτισμό που υπάρχει, οπότε την πηγαίνει στα προάστια, μια συλλογή ζευγαριών, που έχουν απορροφηθεί από τους εαυτούς τους, και των παιδιών τους»[2]. Πόσα μπορεί να συγχωρέσει μια γυναίκα; Πόσα αφήνει να ξεγλιστρήσουν; Πόσο καιρό ανέχεται πράγματα που είναι στραβά, σάπια και γαμημένα; Με μεγάλο κόστος, αποφεύγει να χωρίσει επειδή η ανυυπακοή στη λογική του ζευγαριού θα εμποδίσει την πρόσβασή της ακριβώς στους μηχανισμούς που υποτίθεται τη διασώζουν απ’ αυτή την περιφρονητική ύπαρξη. Τα ψήγματα φροντίδας και η υπόσχεση μελλοντικής αλληλεγγύης την πείθουν να παραμείνει σε μη ικανοποιητικές, θλιβερές καταστάσεις.

Το ζευγάρι λειτουργεί τόσο ως πρόβλημα όσο και ως η λύση του. Αν όχι αυτό, απλώς χρειάζεται ένα άλλο αγόρι που θα της συμπεριφέρεται καλύτερα. Μια γυναίκα ίσως αισθανθεί τη ναυτία της αμφιθυμίας, τον εγκλωβισμό μεταξύ της εμμονής στη φαλλική εξουσία και την αποστροφή της. Δεν ξέρει ποια είναι μεγαλύτερη, η μελαγχολία του ζευγαριού ή η μελαγχολία της αποκήρυξής του ως κοινωνική μορφή. Οι περισσότερες επιλέγουν τη θλίψη του ζευγαριού από την αλλοτρίωση της απελευθέρωσης απ’ τη λαβή του. Το κεφάλαιο προσφέρει έναν ώμο να κλάψεις σε κάθε στροφή, προτείνοντας να δεις μια ρομαντική κομεντί με τις φίλες σου όταν η καρδιά σου έχει ραγίσει, ή παρέχει άπειρους τρόπους να ράψεις ένα νυφικό μόνο για σένα. Όπως στο πλαίσιο της εκλογικής πολιτικής η έκταση της κριτικής περιορίζεται στο ότι δόθηκαν θέσεις εξουσίας σε λάθος άτομα, η μορφή-ζευγάρι αποδίδει τα προβλήματα των γυναικών στο ότι βγαίνουν με τον λάθος άντρα, και όχι στο ίδιο το ζευγάρι. Όσο επενδύει στην ιδέα του ρομαντικού έρωτα ως λύτρωση, ως καθοδηγητική αρχή ενάντια στην απομόνωση και προς την κατεύθυνση της αυτοεκπλήρωσης, η γυναίκα παραμένει προσδεμένη στη μορφή-ζευγάρι.

Ως μια άλλη όψη του ζευγαριού-ως-λύση, οι λόγοι που περιβάλλουν τα μέτρα λιτότητας και τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση εμφανίζουν το ζευγάρι ως θεραπεία για τη φτώχεια. Διαβάζει καμιά ιστορίες νεαρών ανθρώπων που κινούνται μεταξύ φτώχειας και φυλακής ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι προέρχονται από μονογονεϊκές οικογένειες, ιδιαιτέρως με τον πατέρα να απουσιάζει, λες κι η αποκατάσταση του ζευγαριού θα θεράπευε τη φτώχεια και τον δομικό ρατσισμό που παράγει ο καπιταλισμός. Οι κρατικοί γραφειοκράτες λένε στις γυναίκες ότι το ζευγάρι κι η οικογένεια που στηρίζεται σ’ αυτό έχει αντικαταστήσει τα κοινωνικά προγράμματα πρόνοιας: δεν χρειάζεσαι βοήθεια με τη φροντίδα των παιδιών ή κουπόνια τροφίμων· χρειάζεσαι έναν άντρα! Ο πιο σίγουρος δρόμος εξόδου από τη φτώχεια είναι να παντρευτείς! Ενώ πολλές γυναίκες ίσως δεν αποκτήσουν ποτέ πρόσβαση στην απασχόληση, εκείνες που όντως δουλεύουν για έναν μισθό αντιμετωπίζουν έμφυλες εισοδηματικές διαφορές, οι οποίες πιθανόν τις εξωθούν να στηριχτούν σε αντρικούς μισθούς για να υποστηρίξουν τα παιδιά τους. Αυτοί οι οικονομικοί μηχανισμοί διατηρούν τη βιαιότητα της μορφής-ζευγάρι ως παγίδα για τις γυναίκες εντός του καπιταλισμού, ο οποίος μεταμφιέζει την άμισθη εργασία σε πράξεις αγάπης και στοργής.

Η λογική του ζευγαριού έχει αντικαταστήσει τη λογική του θεού. Ανοίξτε το ραδιόφωνο και θ’ ακούσετε αμέτρητες μαρτυρίες της απόλυτης θέσης του ζευγαριού: είσαι το μόνο πράγμα που αξίζει, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα -ή πιο υποβλητικά- Κάθε ανάσα που παίρνεις / Κάθε κίνηση που κάνεις / Θα σε παρακολουθώ[3]. Τα περισσότερα ερωτικά τραγούδια περιέχουν, ή ξεκινούν με, το «εγώ» αλλά το «εγώ» είναι στην πραγματικότητα η καθεμιά που γονατίζει μπροστά στη γενικευμένη κοινωνική μορφή του ζευγαριού. Το αντρικό βλέμμα έχει αντικαταστήσει το θείο βλέμμα. Όπως ο Αρτώ μας έχει ζητήσει “να τελειώνουμε με την κρίση [judgement] του Θεού” (Pour en finir avec le jugement de dieu), ας τελειώνουμε με την κρίση των αντρών[4].

Διερευνώντας αυτές τις δυναμικές, ίσως καμιά να αναρωτηθεί αν οι γυναίκες μπορούν να επιλέξουν να μη συμμετέχουν σ’ ένα ζευγάρι, ενδεχομένως εξερευνώντας μη αποκλειστικές ερωτικές σχέσεις. Αυτή η επιλογή ίσως δεν πάει αρκετά μακρυά. Μη συγχέουμε την πολυγαμία μ’ ένα μετα-ζευγαρικό παράδειγμα. Η πολυγαμία συνιστά πολλαπλασιασμό της λογικής του ζευγαριού, όχι την καταστροφή του. Το περιστασιακό σεξ, οι βασικοί σύντροφοι, η φυσική και συναισθηματική διαθεσιμότητα κι άλλες τέτοιες διακρίσεις, εμπεριέχουν ερωτικές σχέσεις εντός της ζευγαρικής διαπραγμάτευσης. Η πολυγαμία διανοίγει σχηματισμούς ζευγαρικού τύπου χωρίς την επίσημη δέσμευση του ζευγαριού, επεκτείνοντας την εδαφικότητά του και τα τύπου χταποδιού πλοκάμια του, τα οποία απορροφούν την επιθυμία εντός της λογικής του ζευγαριού. Οι πολυγαμικές ή μη αποκλειστικές σχέσεις λειτουργούν ως στρατηγικές ώστε οι γυναίκες να πλοηγηθούν στις πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις αντί να τις διαρρήξουν ή να τις αρνηθούν.

Η λογική του ζευγαριού διαπερνά τις queer σχέσεις όσο και τις straight. Η ομοκανονικότητα κι η γκέι αφομοίωση έχουν πλάσει τις queer σχέσεις κατ’ εικόνα του στρέιτ ζευγαριού. Αντί της ανατροπής των ετεροφυλοφιλικών κοινωνικών σχέσεων, οι αφομοιωτικοί, φιλελεύθεροι ομοφυλόφιλοι πολέμησαν για το δικαίωμα να χωρέσουν στη λογική του ζευγαριού – να παντρευτούν, να φορέσουν νυφικό, να δημιουργήσουν οικογενειακούς πυρήνες ικανούς να προστατέψουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Οι ομοφυλόφιλοι διαιωνίζουν τις ετεροφυλόφιλες νόρμες και τη φαλλοκρατία μέσω κατηγοριοποιήσεων και παιχνιδιών ρόλων, οι οποίες κωδικοποιούν περαιτέρω τις επιθυμίες και συγκροτούν το σεξ εντός της λογικής της φαλλικής κεντρικότητας κι εξουσίας. Τα ομόφυλα ζευγάρια δεν ξεφεύγουν ούτε από την εδαφικότητα που επιβάλλεται επί της επιθυμίας ούτε από την ενίσχυση  και πίστη προς τις κατασταλτικές κοινωνικές σχέσεις εκ μέρους του ζευγαριού.

Η αποδόμηση της λογικής του ζευγαριού δεν υποδηλώνει απέχθεια για τον έρωτα, αλλά μάλλον μια κριτική στον προσανατολισμό του έρωτα προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Πρέπει καμιά να τοποθετήσει τη μορφή-ζευγάρι εντός του συγκείμενου της πατριαρχίας, καθώς ο λεγόμενος «έρωτας» φτάνει σ’ εμάς μέσω του μηχανισμού του φύλου. Η αποκήρυξη του ζευγαριού δεν σημαίνει την απόρριψη της παραζάλης, των ερωτικών επιστολών γραμμένων με μικρές καλλιγραφικές πένες, ή της αίσθησης του πεζοδρομίου ως τραμπολίνο. Μάλλον, η κριτική του ζευγαριού περιλαμβάνει την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η πατριαρχία επανακτά τη γυναικεία επιθυμία για αλληλεγγύη, εγγύτητα, πάθος, άρνηση, για την περίσταση, ως εδραίωση της φαλλικής εξουσίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Ποια δεν θα κατέληγε σ’ αυτό το συμπέρασμα: η πατριαρχία κι ο καπιταλισμός εμποδίζουν κάθε δυνατότητα να αγαπήσεις με έναν τρόπο που να σε απελευθερώνει από τη λογική του ζευγαριού ή την ίδια σου την καταπίεση. Η απελευθέρωση του έρωτα περιλαμβάνει την κατάργηση της πατριαρχίας και του καπιταλισμού. Καμιά δεν μπορεί να επιλέξει τη συμμετοχή ή την αποχή από αυτές τις δομικές σχέσεις, κι ο αγώνας εναντίον τους θα αποτελέσει ένα συλλογικό, ιστορικό εγχείρημα.

Σ’ αυτό τον θλιβερό, θνησιγενή κόσμο, έχουμε πράγματι αισθήματα. Μερικές φορές κοιτάμε κάποιον και σκεφτόμαστε ότι τον έχουμε ερωτευτεί. Πρέπει να συνθλίψουμε τη ψευδαίσθηση ότι το ρομάντζο αποτελεί, ή θα αποτελέσει, τη λεωφόρο προς την απελευθέρωση. Πρέπει να απεκδυθούμε τις ρομαντικές σχέσεις ως μέσο με το οποίο ενδεχομένως να αποκτήσουμε πρόσβαση σε έναν καλύτερο κόσμο απ’ αυτόν. Συνειδητοποιώντας πως οι οικονομίες και οι συμβάσεις τους αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της συνεχιζόμενης ήπιας καταστροφής των ζωών μας, θα αφήσουμε πίσω μας όλα τα έως τώρα υπάρχοντα ζευγάρια. Καινούργιες και πιθανώς άγνωστες μορφές φεμινιστικής οργάνωσης εμφανίζονται ως το μόνο δυνατό σύνορο της αγάπης.

Προς όσες έχουν αποδεχτεί την μορφή-ζευγάρι ως απάτη, ως ανίκανη να επιτρέψει την κυκλοφορία της επιθυμίας, του πολέμου, του παιχνιδιού, κάνουμε τις ακόλουθες συστάσεις. Μην διαπράξετε σφάλμα: δεν υπερασπιζόμαστε μια υποκουλτουριάρικη, ατομικιστική, life-style ή βολονταριστική απάντηση στη μορφή-ζευγάρι, ούτε κατηγορούμε τις γυναίκες που πρέπει να παραμείνουν σε ζευγάρια για την υλική τους επιβίωση. Είμαστε, ωστόσο, δεσμευμένες στο πράττειν. Αυτές ίσως αποτελέσουν κάποιες από τις μορφές που θα πάρει ο αγώνας ενάντια στο ζευγάρι, συμπίπτοντας με ένα ευρύτερο κίνημα προς την κατάργηση των εαυτών μας ως γυναικών.

Ρίξτε εμμηνορροϊκό αίμα στα νυφικά. Στείλτε τίγρεις στα πάρτυ αρραβώνων.

Κάντε έρωτα. Τα πάντα μπορούν να είναι σεξ. Το σώμα είναι πλούσιο και πολυποίκιλο σε μέλη κι αισθήσεις. Τόσες πολλές εκστάσεις μένουν ακόμη να γίνουν αισθητές. Ξεφύγετε από τη γενετήσια οργάνωση της «σεξουαλικότητας».

Σπάστε τα ζευγάρια, όπως το περιγράφει η Solanas: «To SCUM θα σπάσει τα ζευγάρια – εισβάλλετε ανάμεσα σε ανάμικτα (άντρας-γυναίκα) ζευγάρια, όπου κι αν βρίσκονται, και σπρώξτε τον έναν μακρυά από τον άλλον»[5].

Απελευθερωθείτε από τη λαβή των μπράτσων του ζευγαριού (δηλαδή, την ερωτική φυλακή). Βγείτε από την εξώπορτα και αναμειχθείτε με το πλήθος. Βγείτε με φυτά και ζώα. Πηγαίντε στο διάστημα. Αντικαταστήστε τη δυάδα, το ζευγάρι, τα δύο μισά που αποτελούν όλο με τρίτους, τέταρτους, νιοστούς όχι-απαραίτητα-ανθρώπινους όρους: Οι τρεις τους κι αυτή η αγέλη λύκων κι αυτός ο θάμνος! η κομμούνα! το χιόνι! τα φλιτζάνια του τσαγιού! τα μαχαίρια! τα πλάσματα!

Ανατινάξτε τα περιεχόμενα του εραστή: Δεν ήθελα καθεαυτό να σε φιλήσω. Ήθελα τα πάντα για τα οποία υπήρξες η είσοδος: η μυρωδιά των πούρων, οι πύλες της πόλης που ανοίγουν για εμένα, το ινδικό φαγητό, το σπίτι της θείας σου στην εξοχή, η αίσθηση ότι μπορούσα να περπατάω με τα μάτια κλειστά και τίποτα δεν θα με τραυμάτιζε.

Βγείτε έξω για αντιελκυστικούς περιπάτους, μια αδιάφορη πλεύση που να δονείται απ’ τα πάντα πέρα από το σεξ. Ή όπως το έγραψε ο Γκυ Οκενγκέμ, «…αν φεύγω απ’ το σπίτι μου κάθε βράδυ για να βρω έναν άλλο queer σεργιανίζοντας στα μέρη όπου αράζουν κι άλλοι queer, δεν είμαι τίποτα παρά ένας προλετάριος της επιθυμίας μου, ο οποίος δεν απολαμβάνει πια τον αέρα ή τη γη, και του οποίου ο μαζοχισμός έχει υποβαθμιστεί σε μια γραμμή συναρμολόγησης. Σε όλη μου τη ζωή, έχω γνωρίσει πραγματικά μόνο αυτό που δεν προσπαθούσα να αποπλανήσω»[6].

Αναζωογονήστε άλλους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης με αγάπη κι ερωτισμό. Κάντε ένα σεμινάριο, μια ομάδα ανάγνωσης, ένα πολιτικό κόμμα, μια συμμορία, έναν βραχόκηπο περισσότερο ικανοποιητικό απ’ ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να είναι δύο άτομα σ’ ένα κρεβάτι. Αγαπήστε με τέτοιο τρόπο σαν «να εξοντώνετε τις φθαρμένες, νευρωτικές κι εγωιστικές κατηγορίες του υποκειμένου και του αντικειμένου», όπως προτείνει ο Mario Mieli[7].

Διερευνήστε και αμφισβητήστε τους τρόπους με τους οποίους η λογική του ζευγαριού δομεί τις οικογένειες. Αναθεωρήστε τα όρια της οικογένειας και ποιους επισκεπτόμαστε στις διακοπές. Επανεξετάστε τους κοινωνικούς δεσμούς έξω από τον δεσμό του ζευγαριού, τους δεσμούς αίματος, τους νομικούς δεσμούς.

Φτιάξε αυτόνομους φεμινιστικούς χώρους όπου οι γυναίκες παράγουν τη δική τους πράξη και λόγο. Εξορίστε τη μεσολάβηση των σχέσεων μεταξύ γυναικών από τους άντρες. Αποτρέψτε μια και μόνη σχέση να αλλοτριωθεί από τις διαδικασίες που συνεισφέρουν στην απελευθέρωση και την κατάργηση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας. Μην αφήσετε κανέναν μεμονωμένο δεσμό να σταθεί στον δρόμο της φιλίας, της οργάνωσης και της ανάπτυξης των ταξικών συμφερόντων.

Κάνε κατανοητή τη κίνηση της ιστορίας και το επαναστατικό πράττειν ως τη μόνη δυνατή ερωτική ιστορία.

Δεν θρηνούμε την αποσύνθεση της μορφής-ζευγάρι. Θέλουμε να τη σκεφτόμαστε ως ευλογία, ως δώρο από το μέλλον. Θεωρούμε την κατάργηση του γκόμενου και του συζύγου ως τμήμα του ιστορικού κινήματος που θα υπερβεί τον καπιταλισμό και την πατριαρχία. Όπως έχει γράψει η συντρόφισσα Ντομινίκ Καραμαζώφ, ο αστερισμός των κοινωνικών σχέσεων μετά τον καπιταλισμό θα πάρει έναν δραστικά διαφορετικό χαρακτήρα: «Καθώς ο κομμουνισμός γενικεύει την ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά, και μεταξύ άλλων μετασχηματίζει κι αυξάνει τον διαθέσιμο για ζωή χώρο, καταστρέφει τα θεμέλια και την οικονομική λειτουργία της οικογένειας. Επίσης, καθώς αποτελεί την πραγματοποίηση της ανθρώπινης κοινότητας, καταστρέφει την ανάγκη για εύρεση ενός καταφυγίου εντός εκείνης της κοινότητας»[8]. Ως ιστορικώς οριοθετημένη σχέση, οι εσωτερικές αντιφάσεις της μορφής-ζευγάρι μια μέρα θα φτάσουν στην κατάληξή τους, κι ο έρωτας δεν θα γνωρίζει πλέον την εδαφικότητα των υποσχέσεων, του φύλου ή του αντικειμένου. Μαζί με τους αγώνες μας στους δρόμους και στα τυπογραφικά πιεστήρια, ανοίγουμε ένα επιπλέον μέτωπο ενάντια στο ζευγάρι. Ο φεμινιστικός αγώνας παραμένει ένας πάντα γοητευτικός ορίζοντας μπροστά μας.

Έζωσα το αγόρι μου με αυτοσχέδια εκρηκτικά και το ανατίναξα. Οι σάρκες του απλώθηκαν παντού. Το ίδιο κι η τρυφερότητά μου. Βαρέθηκα τον έρωτα. Ας ερωτευτούμε την πολιτική.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Ως μπουρλέσκ χαρακτηρίζεται ένα καλλιτεχνικό έργο το οποίο αποσκοπεί να προκαλέσει γέλιο είτε παρουσιάζοντας ως καρικατούρες τα υποκείμενά του είτε διακωμωδώντας κάποιο άλλο σοβαρό καλλιτεχνικό έργο. Ο ίδιος ο όρος προέρχεται από την ιταλική λέξη burla που σημαίνει χλευασμός.

2. Valerie Solanas, SCUM Manifesto, εκδόσεις Verso Books, 2004, σελ. 48.

3. [Σ.τ.Μ.]: Στίχοι από το τραγούδι Every Breath You Take των Police. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Sting, ο οποίος έγραψε τους στίχους, έχει δηλώσει: «Ξύπνησα στη μέση της νύχτας μ’ αυτή τη φράση [κάθε ανάσα που παίρνεις, κάθε κίνηση που κάνεις] στο κεφάλι μου, έκατσα στο πιάνο κι έγραψα [το τραγούδι] σε μισή ώρα. Η μελωδία είναι γενική, ένα αμάγαλμα από εκατοντάδες άλλες, αλλά οι λέξεις είναι ενδιαφέρουσες. Ακούγεται σαν ένα παρηγορητικό ερωτικό τραγούδι. Εκείνη τη στιγμή δεν συνειδητοποίησα το πόσο σκοτεινό ήταν. Νομίζω ότι σκεφτόμουν [όταν το έγραφα] τον Μεγάλο Αδερφό, την επιτήρηση και τον έλεγχο» και «Νομίζω ότι το τραγούδι είναι πολύ, πολύ σκοτεινό κι άσχημο, και οι άνθρωποι το έχουν στην πραγματικότητα παρερμηνεύσει ως ένα πράο, ερωτικό τραγουδάκι, ενώ είναι περίπου το αντίθετο».

4. Αντονέν Αρτώ, Για να Τελειώνουμε με την Υπόθεση του Θεού, εκδόσεις Αιγόκερως.

5. Valerie Solanas, ό.π., σελ. 72.

6. Γκυ Οκενγκέμ, Οι Αλλοπαρμένοι Κώλοι, εκδόσεις Τοποβόρος.

7. Mario Mieli, Homosexuality and Liberation: Elements of a Gay Critique, εκδόσεις Gay Men’s Press, 1980, σελ. 56.

8. Ντομινίκ Καραμαζώφ, Η Μιζέρια του Φεμινισμού, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1987.


Πολυσυντροφικότητα: Προβολή αμερικάνικης σειράς στο Μπαρ Λοκομοτίβα

Η ομάδα «Ανοιχτές Σχέσεις» σας προσκαλεί στην προβολή της αμερικάνικης σειράς για την πολυσυντροφικότητα Married and Dating, Season 2. Παρουσιάζεται η ζωή δύο πραγματικών πολυσυντροφικών οικογενειών με ποικίλους σεξουαλικούς προσανατολισμούς, μέσα από τις προσωπικές στιγμές τους και τις συνεντεύξεις τους. Η γλώσσα της σειράς είναι η αγγλική και οι υπότιτλοι θα είναι επίσης στα αγγλικά. Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση. Ελάτε να γνωριστούμε και να ανταλλάξουμε απόψεις!

Τριτη 26/4, 7μ.μ.

marandat

Λοκομοτίβα Μπαρ, Μπόταση 7 και Σολωμού, Εξάρχεια,Αθήνα
Είσοδος φυσικά ελεύθερη!

Δείτε εδώ το event στο facebook: https://www.facebook.com/events/1354064967943752/


Εκδήλωση-συζήτηση για τον έρωτα και τις ανοικτές σχέσεις!

Αυτή την Πέμπτη  θα λάβει χώρα  στο κέντρο της Αθήνας μια ανοικτή συζήτηση για την πολυσυντροφικότητα, τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα και τις ανοιχτές (και μη) σχέσεις! Με αφορμή το καινούριο βιβλίο Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές, τέσσερις συγγραφείς θα μιλήσουν για τις ποικίλες διαστάσεις των ερωτικών σχέσεων: την ψυχολογική, την πνευματική, την κοινωνική, την πολιτική κ.ά.

Ομιλητές/τριες:
Πέτρος Μποτέας, συντονιστής του βιβλίου
Νίκος Ηλιόπουλος, πολιτικός στοχαστής και συγγραφέας τριών βιβλίων
Prem Amodini, NLP Coach, εκπαιδευτικός και αρθρογράφος
Λίζα Αστερίου, ακτιβίστρια και αρθρογράφος, μέλος της πολυσυντροφικής ομάδας «Ανοιχτές Σχέσεις»

Πέμπτη, 17 Μαρτίου στις 7 μ.μ


Χώρος: το πατάρι της καφετέριας The White Rabbit Σολωμού 12 και Στουρνάρη 11 Εξάρχεια, Αθήνα
Είσοδος ελεύθερη

Τι είναι οι Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές;imagesK6E2ZX7G
Τούτο το συλλογικό έργο δημιουργήθηκε ως κατάθεση ψυχής και φωνή αμφισβήτησης. Γεννήθηκε μέσα από προσωπικές διαδρομές στη ζωή και στο απέραντο – και κάποτε κρυφό – ερωτικό κομμάτι της. Μας ταξιδεύει στα βιώματα και τις αισθήσεις σύγχρονων γυναικών και ανδρών με ποικίλους σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Μια μύηση στο εσωτερικό τοπίο ανθρώπων που τολμούν να σκέφτονται και να ερωτεύονται έξω από τα καλούπια της κοινωνίας!

Το event στο facebook: https://www.facebook.com/events/1039382626123122/
Ιστοσελίδα: http://iwrite.gr/bookstore/δώδεκα-ερωτικές-διαδρομές/


Πολυσυντροφικότητα, πολυσεξουαλικότητα, πολυγαμία…

Σε αυτό το βιντεάκι γίνεται επεξήγηση των όρων πολυσυντροφικότητα, πολυσεξουαλικότητα και πολυγαμία και των διαφορών τους για να μην μπερδεύεστε!  Από όσο γνωρίζουμε είναι το πρώτο ελληνόφωνο βίντεο για αυτά τα ζητήματα. Διαδώστε το λοιπόν και δώστε τα εύσημα στη MSF για την προσπάθεια!

 

 

Η σελίδα My Secret Fetish στο facebook: https://www.facebook.com/MySecretFetishLGBTQ/


Τι είναι οι Δώδεκα Ερωτικές Διαδρομές;

12795249_556844057820279_4015694838309081868_o
Ένα καινούριο βιβλίο από τις εκδόσεις Πηγή! Ένα βιβλίο μεταξύ άλλων και για την πολυσυντροφικότητα. Δώδεκα ασυνήθιστες διαδρομές στο σημερινό ερωτικό τοπίο, που άλλοτε παίρνουν τη μορφή του δοκιμίου κι άλλοτε μετουσιώνονται σε διήγημα ή θεατρικό έργο. Συνθέτουν ένα ψηφιδωτό εμπειριών, συναισθημάτων και κοινωνικών προβληματισμών μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα. Οι συγγραφείς ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα που έκανε ο συντονιστής του βιβλίου:
Παρατηρώντας τι συμβαίνει γύρω μου και μέσα μου, δύο ήταν τα κεντρικά ερεθίσματα που με απασχολούσαν έντονα. Το ένα ήταν το «άνευρο» των σχέσεων αυτών από κάποιο σημείο και μετά, που τις κάνει να σέρνονται στη συναισθηματική «ξεραΐλα» της συνήθειας, του «πρέπει» και των ενοχών. Το άλλο ήταν η διαπίστωση ότι στην πορεία μιας σχέσης διαμορφωνόταν ερωτική επιθυμία για άλλα πρόσωπα. Επιθυμία που είτε καταπνιγόταν ως μη «κανονική» είτε ικανοποιούταν με άκρα μυστικότητα και πολλά ψέματα. (…)
Με παραξένευε δε το γεγονός ότι το προβληματιζόμενο κομμάτι της κοινωνίας για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση λειτουργούσε παρόμοια με την υπόλοιπη κοινωνία. Δεν τα έθιγε ή τα αντιμετώπιζε επιδερμικά σαν δευτερεύοντα προσπερνώντας τα με «αιώνιες αλήθειες» και «έτσι ήταν πάντα».
Έτσι δημιουργήθηκε τούτο το συλλογικό έργο, ως κατάθεση ψυχής και φωνή αμφισβήτησης. Γεννήθηκε μέσα από προσωπικές διαδρομές στη ζωή και στο απέραντο – και κάποτε κρυφό – ερωτικό κομμάτι της. Μας ταξιδεύει στα βιώματα και τις αισθήσεις σύγχρονων γυναικών και ανδρών με ποικίλους σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Μια μύηση στο εσωτερικό τοπίο ανθρώπων που τολμούν να σκέφτονται και να ερωτεύονται έξω από τα καλούπια της κοινωνίας!

«Πόσες φορές δεν θυσιάζουμε την ελευθερία για χάρη της αγάπης και στην πορεία χάνουμε και τη μια και την άλλη…»

Λίζα Αστερίου

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Για παραγγελίες: εκδ. Πηγή, info@pigi.gr, http://www.pigi.gr/, τηλ. 2311 27 28 03 και 21 10 12 6900. Από τον Απρίλιο 2016 το βιβλίο θα είναι διαθέσιμο και στα βιβλιοπωλεία.

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: Σανατόπια Η αναρχική κοινωνία από τη θεωρία στην πράξη

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΤΖΑΜΠΑΛΑΤΗΣ,Σανατόπια Η αναρχική κοινωνία από τη θεωρία στην πράξη*

commune

Στο βιβλίο αυτό που αποτελεί μετεξέλιξη επιστημονικής εργασίας ο συγγραφέας επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στο πως θα ήταν οργανωμένη κοινωνικά και χωροταξικά μια κοινωνία χωρίς κράτος και καπιταλισμό με ομοσπονδιακές και ελευθεριακές δομές σε όλυς τους τομείς της ζωής από τη διαχείριση των προβλημάτων όλης της κοινότητας μέχρι τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Πως θα μπορούσαν να οργανωθούν κοινότητες με μέσα μεταφοράς και κτίρια φιλικά στο περιβάλλον, που οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από γενικές συνελεύσεις, που τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στην κοινότητα, κλπ.

Πέρα από τυχόν ενστάσεις αυτό που έχει ενδιαφέρον από τη σκοπιά της πολυσυντροφικότητας είναι ότι ο συγγραφέας επιλέγει να αφιερώσει ένα σημαντικό τμήμα του βιβλίου του στην κριτική της μονογαμικής πυρηνικής οικογένειας υποστηρίζοντας ότι το ξεπέρασμα της σημερινής υποχρεωτικής μονογαμίας αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ισότητας. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το υποκεφάλαιο με το χαρακτηριστικό τίτλο: «Μονογαμική οικογένεια: η αρχή της καταπίεσης»

«Η εδραίωση της κυριαρχίας του άντρα πάνω στη γυναίκα, η ατομική ιδιοκτησία, η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και οι ιεραρχικές οικογενειακές δομές δε θα μπορούσαν να εμφανιστούν αν πρώτα δεν έμπαινε σε εφαρμογή το καταπιεστικό μοντέλο της μονογαμικής οικογένειας. Οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν να μας προσφέρουν ποικίλα παραδείγματα οικογενειακών μοντέλων τα οποία με τη σειρά τους μας οδηγούν σε δομές ελεύθερης σεξουαλικότητας, όπως μας το αποδεικνύει η εφαρμογή της πολυανδρίας και της πολυγαμίας στις μητριαρχικές κοινωνίες.»

Ο Τζαμπαλάτης χρησιμοποιώντας το κλασσικό βιβλίο του Ένγκελς αλλά και μελέτες του Βίλχεμ Ράϊχ και ανθρωπολόγων ασκεί κριτική στην πυρηνική μορφή οικογένειας και προτείνει το ξεπέρασμα της από κοινοβιακές μορφές συμβίωσης που θα βασίζονται στον ελεύθερο έρωτα. Πέρα από τα ζητήματα των ανθρώπινων σχέσεων το βιβλίο ασχολείται με την εκπαίδευση, την αξιοποίηση φιλικών στο περιβάλλον μορφών ενέργειας,τα μέσα μεταφοράς, την κατανομή του πληθυσμού, τις ηθικές αξίες μιας ελεύθεριακής κοινωνίας και κυρίως τον χωροταξικό σχεδιασμό της. Το βιβλίο μάλιστα συνοδεύεται από CD με αρχιτεκτονικά σχέδια των κτιρίων και των κοινόχρηστων χώρων μιας τέτοιας κοινότητας ενώ ο συγγραφέας δε διστάζει να προτείνει και συγκεκριμένο μέρος της Ελλάδας που θεωρεί πρόσφορο για να γίνει ένα πρώτο πείραμα για τέτοιες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ως μια άσκηση της σκέψης πάνω στην ουτοπία αφού όπως αναφέρει και ο συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου χρησιμοποιώντας τα λόγια του Λεφέβρ:»Σήμερα περισσότερο από ποτέ δεν υπάρχει σκέψη δίχως ουτοπία».

Καλή ανάγνωση!

* Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε το 2014-2015 από τις εκδόσεις νησίδες και αποτελεί εμπλουτισμένη εκδοχή της διπλωματικής εργασίας του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη με αρχικό τίτλο: «Κοινόβια, για μια ιδανική κοινωνία στην πράξη» με επιβλέποντα καθηγητή τον Ιορδάνη Στυλίδη που παρουσιάστηκε στην Αρχιτεκτονική Βόλου το Μάρτιο του 2011.


Εξουσία και Σεξουαλικότητα: εισαγωγικές δοκιμές σε μια συζήτηση

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Σωτήρη Λυκουργιώτη που μεταξύ άλλων εξετάζει τους τρόπους επιβολής της υποχρεωτικής μονογαμίας στις καπιταλιστικές κοινωνίες και την αξία ενός κινήματος για τη σεξουαλική απελευθέρωση σήμερα

*δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος της πολιτικής επιθεώρησης Κοινωνικός Αναρχισμός

mumbaimeri_6stills_700x372

«Η ανάπτυξη της γυναίκας, η ελευθερία της, η ανεξαρτησία της, πρέπει να είναι αποτέλεσμα των δικών της ενεργειών. Πρέπει να αρνηθεί το δικαίωμα οποιουδήποτε άλλου πάνω στο σώμα της, να αρνηθεί να κάνει παιδιά παρά μόνο αν τα θέλει, να αρνηθεί να υπηρετήσει τον θεό, το κράτος, την κοινωνία, τον σύζυγο κλπ. Να ελευθερώσει τον εαυτό της από το φόβο της κοινής γνώμης και της κοινής καταδίκης. Μόνο αυτά θα την ελευθερώσουν, όχι η ψήφος», Έμμα Γκόλντμαν

 

εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες αυτού που ήδη γνωρίζαμε από τα διδάγματα της δεκαετίας του ’30· πως ο φασισμός σε περιόδους κρίσης γίνεται η ασπίδα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Όμως, η τεράστια μεταφορά πλούτου και θεσμικής ισχύος και οι κολοσσιαίες οικονομικές επιπτώσεις τους στην εργατική τάξη δεν ήταν η μοναδική συνιστώσα. Η διάχυση μιας βαθιάς φασιστικής ιδεολογίας ήταν και παραμένει ένα ανεπούλωτο τραύμα στο σώμα της κοινωνίας με τραγικές συνέπειες (αν το κίνημα αντίστασης δεν απαντήσει δυναμικά).

Μόνο μέσα στη χρονιά που μας πέρασε τα καταγεγραμμένα περιστατικά βίας κατά των γυναικών αυξήθηκαν κατά 47% ενώ, συνολικά, η εκτίμηση για την τριετία 2010-2013 δείχνει να έχουν τριπλασιαστεί[1]. Η βία κατά των ΛΟΑΤ ατόμων αναδύεται ακόμα και σε μητροπολιτικές περιοχές όπου, μέχρι πρότινος, κυριαρχούσαν οι δομές των κινημάτων αντίστασης. Παράλληλα, εμπειρικές έρευνες παρατηρούν την ταχύτατη επαναφορά παραδοσιακών σεξιστικών προτύπων συμπεριφοράς, όπως και μια ζωηρή αναβίωση σεξουαλικών ταμπού και απαγορεύσεων. Τα περιστατικά δημόσιας διαπόμπευσης τοξικοεξαρτημένων ατόμων λίγες μέρες πριν τις εκλογές (του 2012) με το πρόσχημα της «υγειονομικής προστασίας της οικογένειας» δεν είναι τα μόνα. Στην Ισπανία, ο Θαπατέρο επαναφέρει την ατζέντα της δικτατορίας του Φράνκο για τις εκτρώσεις, ενώ στη Ρωσία νόμοι απαγορεύουν τη δημόσια παρουσία των ΛΟΑΤ ατόμων. Διαφαίνεται, λοιπόν, αυτό που παρατηρήθηκε σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες κάτω από συνθήκες ασφυκτικής κρίσης· πως συντελείται αθόρυβα μια νέα αντιδραστική αναδιαπραγμάτευση των έμφυλων ρόλων.

Σε αυτό το άρθρο, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την ιστορική πηγή της έμφυλης καταπίεσης, εξετάζοντας τον ειδικό, ιστορικό ρόλο του κράτους και του καπιταλισμού της αγοράς. Διατρέχοντας τις εμπειρίες και τα θεωρητικά εργαλεία των κοινωνικών κινημάτων που εστίασαν στο ζήτημα, θα προσπαθήσουμε να διατυπώσουμε κάποιες αρχικές προτάσεις για μια σύγχρονη οπτική πάλης.

 

Πώς γεννήθηκε η πατριαρχία;

«Η γέννηση της ανισότητας τοποθετείται και συμπίπτει με την καταστροφή της μητριαρχίας, όπου ίσχυε ένα καθεστώς πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης, και την επιβολή του πατριαρχικού τύπου κοινωνικής οργάνωσης», Φρίντριχ Ένγκελς

Θα αποτελούσε αποσιώπηση πρώτου μεγέθους αν δεν επισημαίναμε πως οφείλουμε τη συζήτηση για την καταπίεση μέσω του φύλου στο έργο του Φρίντριχ Ένγκελς.[2] Ο Ένγκελς, είναι ο πρώτος που συσχετίζει τη φυλετική ασυμμετρία[3] με την ταξική διαίρεση της κοινωνίας (αφού ουσιαστικά ιστορικοποιεί την πατριαρχία) και, έτσι, θεμελιώνει το αίτημα για την τελική άρση της – όρος που, από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεσμεύει αποφασιστικά κάθε αίτημα ολιστικής αναθέσμισης της κοινωνίας σε εξισωτικές βάσεις. Αν η σύγκρουση ανάμεσα στα φύλα δεν είναι οντολογική αλλά ιστορική, τότε μια λύση συμμετρικής διαίρεσης της εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών θα αποτελέσει τον όρο άρσης της πατριαρχίας ως πρωταρχική καταπίεση.

Με αυτό το κορυφαίας σημασίας έργο, ο Ένγκελς αναίρεσε πολλές θεμελιώδεις παραδοχές της αστικής επιστήμης και, ιδιαίτερα, εκείνες που αφορούσαν τον δήθεν αρχέγονο χαρακτήρα της πατριαρχικής οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας, της κρατικής εξουσίας, της κοινωνικής ανισότητας.[4] Ιχνηλατώντας τα ιστορικά αποτυπώματα της πατριαρχικής κοινωνίας και υιοθετώντας την υπόθεση μιας αρχαϊκής μητριαρχικής οργάνωσης των κοινωνιών[5] ο Ένγκελς σκιαγραφεί την ιστορική εξέλιξη των μορφών κοινωνικής οργάνωσης από τη βαθμίδα του πρωτόγονου κομμουνισμού στην πατριαρχία. Η ιστορική εμφάνιση της μονογαμίας συνδέεται με την υποδούλωση των γυναικών, αυτή με τη σειρά της με την ανάπτυξη της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και, εν συνεχεία, με τις μορφές ιεραρχικής εξουσίας.[6] Ο συγγραφέας εκκινεί από την παρατήρηση του Μόργκαν για τις πρωτόγονες κοινότητες ως συστήματα «ελευθερίας, ισότητας και αδελφότητας», για να προχωρήσει παρατηρώντας πως αυτές οι συλλογικότητες βασίζονται στο άμεσο μοίρασμα των προϊόντων μέσα στις μικρές ή μεγάλες κομμουνιστικές κοινότητες.[7] Ο καταμερισμός της εργασίας κατά φύλο, που υπάρχει και σε αυτές τις κοινωνίες, όχι μόνο δεν υποβάθμιζε τη θέση της γυναίκας αλλά, αντιθέτως, η κοινότητα, αναγνωρίζοντας την κομβική και ιερή[8] θέση της στη δημιουργία της ζωής, βάσιζε τη γενεαλογία της σε αυτή. Αυτή η μητρογραμμική[9] ξεδίπλωση των γενών, μαζί με την ιερή λατρεία γυναικείων γονικών θεοτήτων, σκιαγραφούν μια μητριαρχική[10] οργάνωση των κοινωνιών που, ως προς την οργάνωση της εργασίας τους, φαντάζουν εγγύτερες στο όραμα του σοσιαλισμού.

Η μετάβαση στην πατριαρχική δομή και στις ιεραρχικές σχέσεις θεσμικής εξουσίας που αυτή συνυποθέτει -αν και όχι ταυτόχρονη και σίγουρα όχι μονοσήμαντη ως προς τις αιτίες της- βασίστηκε στην ιστορική μετάβαση στις λεγόμενες πολεμικοπατριαρχικές κοινωνίες των γενών. Κινητήριος μοχλός αυτής της αλλαγής φαίνεται να είναι οι συνθήκες ακραίας έλλειψης αγαθών. Τέτοιες συνθήκες, κάτω από τις οποίες η γη παύει να είναι ο επίγειος παράδεισος της τροφοσυλλεκτικής αφθονίας, υπαγορεύουν τόσο τη νομαδική περιπλάνηση όσο και τον κυνηγετικό και κατακτητικό πόλεμο.[11] Αυτή η αλλαγή σημαίνει την ανατίμηση της πολεμικής σε ζωτικής σημασίας δραστηριότητα για την κοινότητα (αφού από αυτή κρίνεται η επιβίωσή της) και την οργανωτική αναμόρφωση της κοινωνίας με στρατιωτικούς όρους.[12]

Η μετάβαση, λοιπόν, από τη μητριαρχία στην πατριαρχία μπορεί να θεωρηθεί το ιστορικό κακό που ο Ένγκελς εντοπίζει σε αυτή τη φάση του ανθρώπινου πολιτισμού.[13] Στο σχήμα του Ένγκελς βρίσκουμε τη θέση ειδικά επεξεργασμένη και εστιασμένη στο ζήτημα της πατριαρχίας: «Η μετάβαση στην κομμουνιστική (μητριαρχική/εξισωτική) κοινωνία προϋποθέτει ιστορικά την ανάπτυξη πατριαρχικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης που θα αναπτύξουν σε τέτοιο βαθμό τα μέσα παραγωγής ώστε να άρουν τις συνθήκες της αρχικής έλλειψης (αγαθών) που οδήγησαν στη δημιουργία τους».

Θα πρέπει, ωστόσο, να αποσαφηνίσουμε το ακριβές περιεχόμενο του όρου μητριαρχία. Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε (και γι’ αυτό δεν είναι άμοιρο ευθυνών ένα τμήμα του φεμινιστικού κινήματος) τη μητριαρχία ως μια απλή αντιστροφή κυριαρχίας, ως μια κοινωνία όπου οι κοινωνικοί πόλοι της πατριαρχίας έχουν αντιρροπισθεί. Αυτή όμως η μηχανιστική αντιστροφή των όρων κυριαρχίας είναι μια εντελώς εσφαλμένη, βαθιά πατριαρχική, εξουσιαστική εικόνα. Στην πραγματικότητα, η μητριαρχία χαρακτηρίζει το όραμα για ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης· μια άλλη κοινωνία χωρίς ιεραρχικούς ή άλλους διαχωρισμούς. Πέραν, λοιπόν, από το πώς και το εάν η μητριαρχία υπήρξε ιστορικά, αυτή αποτελεί ένα κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα, θεμελιωμένο σε αξιακή και όχι ιστορική βάση.

 

Η καπιταλιστική μεσολάβηση

Η καταπίεση στη βάση των έμφυλων διακρίσεων εντοπίζεται ιστορικά πολύ νωρίτερα από την ύπαρξη οποιασδήποτε μορφής κρατικής οργάνωσης όσο και από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Η ανάπτυξη των νεωτερικών μορφών κράτους και αγοράς βρίσκουν στην ιστορική τους διαδρομή ήδη προ-διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις καταπίεσης. Οι αστικές επαναστάσεις, ωστόσο, που αποτελούν τον φορέα αυτής της πολιτικής μετάβασης, ενώ υπόσχονται να άρουν πολλές από αυτές τις σχέσεις,[14] στην πραγματικότητα τις αναδιατάσσουν προς όφελος του νέου κοινωνικού νόμου, της αγοράς. Στη σύγχρονη (καπιταλιστική) ιστορία, γινόμαστε μάρτυρες αντιθέσεων που, ενώ προϋπάρχουν του καπιταλισμού, διαμεσολαβούνται αποφασιστικά από αυτόν με σκοπό την απρόσκοπτη ανάπτυξη και πορεία του. Με άλλα λόγια, η θεσμική οργάνωση της κοινωνίας συντηρεί και αναπαράγει την καταπίεση στη βάση του φύλου ακριβώς επειδή -και στον βαθμό που- αυτή εξυπηρετεί τις παραγωγικές αναγκαιότητες του κεφαλαίου.

Ο Max Horkheimer επεσήμανε μια κρίσιμη συνιστώσα του ζητήματος, η οποία χαρακτηρίζει την ιστορική μετάβαση στη νεωτερικότητα. Ο ερχομός της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, που υποτίθεται ότι ταυτίζεται με την ανάδυση της υποκειμενικότητας, εμπεριέχει μια αντίφαση. Στην πραγματικότητα, αυτό που απελευθερώνεται δεν είναι το ξεχωριστό άτομο, αλλά η αστική οικογένεια[15]. Έτσι, η οικογένεια, ένας φεουδαρχικός θεσμός βασισμένος στην αρχή του «αίματος», παραμένει ως θεμέλιο της νέας αστικής κοινωνίας. Με την αυστηρή σημασία της λέξης, μας λέει ο Horkheimer, δεν υπάρχει αστική οικογένεια· αυτή καθαυτή είναι μια αντίφαση της ατομιστικής αρχής – ωστόσο, είναι μια απαραίτητη αντίφαση. Ο άνδρας, απελευθερωμένος από την εργασία σε ξένα σπίτια, έγινε κύριος στο δικό του. Τα παιδιά, όμως, και οι γυναίκες θα παραμείνουν σκλάβοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η «απαραίτητη» αυτή καταπίεση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού από τον άνδρα (μεμονωμένο αστό επιχειρηματία ή εργάτη) καθορίζει και το νέο ιδεολογικό βάρος του θεσμού στη νέα εποχή. Έτσι, όσο περισσότερο έδαφος χάνει η οικογένεια ως ουσιαστική οικονομική μονάδα, τόσο περισσότερο τονίζεται η παραδοσιακή της μορφή.

Η Silvia Federici κάνει μια πολύ σημαντική παρατήρηση για τον σύγχρονο καπιταλισμό και τη σχέση του με την υποδούλωση των γυναικών. Αντίθετα προς την, κοινώς διαδεδομένη, αντίληψη πως η έμφυλη καταπίεση είναι κατάλοιπο της φεουδαρχίας, η Federici εισάγει μια εντελώς αντίστροφη εικόνα. Στις επιτόπιες μελέτες της στη Νιγηρία, μεσούσης της οικονομικής κρίσης που πέρασε η χώρα στα μέσα της δεκαετίας του ’80, παρατήρησε πως, μαζί με τις ταχύτατες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τον «εκσυγχρονισμό» της παραγωγής που επέβαλε και εκεί το ΔΝΤ, έγινε μια συστηματική προσπάθεια περαιτέρω υποβιβασμού της θέσης της γυναίκας μέσα στην παραγωγή. Αυτό επιτεύχθηκε με την εκκίνηση μιας εκστρατείας μισογυνισμού που ζωντάνεψε ξανά προκαταλήψεις και πρότυπα, τα οποία υποτίθεται πως είχαν χαθεί στο ιστορικό βάθος του μεσαίωνα. Με άλλα λόγια, όποια δικαιώματα κέρδισαν οι γυναίκες στην εργασία και την κοινωνική ζωή την εποχή της καπιταλιστικής ευημερίας, την εποχή της οικονομικής ερημοποίησης χάθηκαν ξανά. Η παρατήρησή της είναι κρίσιμη γιατί, κόντρα σε κάθε φιλελεύθερη αφήγηση, συνδέει αποφασιστικά το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης με την αναγκαιότητα της συνολικής κοινωνικής χειραφέτησης. Το σώμα, λέει η Federici, για τις γυναίκες στην καπιταλιστική κοινωνία έχει γίνει ό,τι το εργοστάσιο για τους άρρενες μισθωτούς εργάτες: το κύριο πεδίο της εκμετάλλευσης και της αντίστασής τους, καθώς το γυναικείο σώμα έγινε αντικείμενο οικειοποίησης από το κράτος και τους άνδρες και υποχρεώθηκε να λειτουργεί ως μέσο αναπαραγωγής και συσσώρευσης της εργασίας. Θα ήταν περιττό φαντάζομαι να αναφέρω την πλήρη επιβεβαίωση του σχήματός της για την Ελλάδα του σήμερα, όπου τα τέσσερα χρόνια εργασιακής εξαθλίωσης και λιτότητας έχουν επιφέρει μια άνευ προηγούμενου επιστροφή πατριαρχικών και σεξιστικών κοινωνικών προτύπων, με την οικογενειακή και θεσμική βία ενάντια στις γυναίκες και τα λοατ άτομα να έχει αυξηθεί κατακόρυφα.

Η φροϊδομαρξιστική συμβολή

Το θεωρητικό νήμα της πραγμάτευσης του Ένγκελς παραλαμβάνει στις αρχές του 20ού αιώνα το ρεύμα του φροϊδομαρξισμού και, ειδικότερα, ο Βίλχεμ Ράιχ. Εκπαιδευμένος ψυχαναλυτής και μέλος τους γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος,[16] ο Ράιχ έρχεται αντιμέτωπος με τα αποκαρδιωτικά γεγονότα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και, πιο συγκεκριμένα, με την άνοδο του φασιστικού φαινομένου στην Ευρώπη. Γιατί οι μάζες κινούνται προς τους δυνάστες τους; Το απλό ψυχαναλυτικό σχήμα δεν μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά. Ο Ράιχ επιχειρεί τη σύνδεση του μαρξισμού με την ψυχανάλυση. Στόχος είναι να ιστορικοποιηθεί διαλεκτικά η ίδια η παρόρμηση, με τελικό σκοπό την κίνηση των ανθρώπων προς τη ελευθερία. Γιατί, μπορεί ο μαρξισμός να ανέδειξε τα πραγματικά συμφέροντα των καταπιεσμένων, ωστόσο αυτοί, αντιδρώντας φαινομενικά ενάντια στον εαυτό τους, στρέφουν το δυναμικό της επιθυμίας τους αντίθετα στα πρακτικά τους συμφέροντα. Τι είναι αυτό που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικότητας και της ανθρώπινης πράξης; Τι μεσολαβεί μεταξύ αντίληψης και συνείδησης; Ο μαρξισμός δεν έχει εργαλεία ερμηνείας του ψυχισμού.

Ο Ράιχ ξεκινά με την τυπική διάκριση του Φρόιντ μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας. Αν η πρώτη αντιπροσωπεύει το βιολογικό επίπεδο (τη βιολογική ανάγκη) η δεύτερη αντιπροσωπεύει το ψυχικό. Η επιθυμία, στο εξελικτικό σχήμα του Φρόιντ, είναι αυτό που δημιουργεί τη συνείδηση, ο αντιπρόσωπος της ανάγκης στο ψυχικό επίπεδο. Η επιθυμία, όμως, δεν είναι απλή αντανάκλαση της ανάγκης. Μια θεωρία των αναγκών δεν μπορεί να ερμηνεύσει επαρκώς (πολύ δε περισσότερο να ικανοποιήσει) τις ανθρώπινες επιθυμίες. Ο Ράιχ σκέπτεται πως μια θεωρία της ανθρώπινης απελευθέρωσης οφείλει να διαγνώσει τις ειδικές πολιτισμικές στρεβλώσεις τις οποίες έχει υποστεί η επιθυμία μέσα στον χρόνο, και οι οποίες την οδηγούν στην αντιστροφή της ηδονής. Η σκέψη του οδηγείται στη χαρακτηροανάλυση. Οι αιώνες κοινωνικής εξέλιξης που προηγήθηκαν, έχουν διαμορφώσει κοινωνικούς τύπους συμπεριφοράς σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα,[17] με αποτέλεσμα να έλκονται, αφενός, από αυταρχικές πολιτικές φιγούρες και, αφετέρου, να τοποθετούν το θετικό δυναμικό της επιθυμίας τους πάνω στον πόνο.

Στη Γενεαλογία της Ηθικής, ο Νίτσε είναι καταπέλτης για τον πολιτισμό που καταστέλλει τις ανθρώπινες επιθυμίες επιβάλλοντας ενοχές -τις οποίες, εν συνεχεία, η κοινωνία εξωτερικεύει- με σκοπό την εγκαθίδρυση αυταρχικών μορφών εξουσίας και ιδιοκτησίας. Ο Φρόιντ είναι απαισιόδοξος συνολικότερα για τον πολιτισμό.[18] Η εξέλιξη της ανθρωπότητας χαρακτηρίζεται ως μια διαδικασία τεχνολογικής προόδου αλλά, ταυτόχρονα, και ως μια πορεία συνεχών απωθήσεων, στρεβλώσεων τις επιθυμίας, εντεινόμενων παθολογιών. Ο Φρόιντ ανάγει την πατριαρχία στην απαρχή της ανθρωπότητας.[19] Παρά το γεγονός ότι στην αφήγησή του διαγράφεται μια μικρή ιστορική σχισμή από την οποία περνάει το φως της ιστορίας, και παρά το γεγονός ότι στο Άνδρας Μωυσής[20] ουσιαστικά ιστορικοποιεί την πατριαρχία, παραμένει διστακτικός να διατυπώσει το αίτημα άρσης της. Ο Φρόιντ ίσως δείχνει να τρομάζει μπροστά στις έσχατες συνέπειες της θεωρίας του.

Ο Ράιχ, απεναντίας, όχι μόνο δεν έχει τέτοιους δισταγμούς, αλλά περνά γρήγορα και σε πολιτικές πρακτικές της θεωρίας του, μέσω των προγραμμάτων σεξουαλικής απελευθέρωσης που εισηγείται σε ομάδες της νεολαίας του κομμουνιστικού κόμματος[21]. Η απελευθέρωση της ερωτικής επιθυμίας στους νέους, η άρση των απαγορεύσεων και η πάλη ενάντια στην πατριαρχία και την καταπίεση των γυναικών προβάλλεται ως η πολιτική λύση ενάντια στον ναζισμό. Για τον Ράιχ, ο πολιτισμός των απαγορεύσεων οδηγεί, όπως είδαμε, στη διαμόρφωση σαδομαζοχιστικών χαρακτήρων που αδυνατούν να προσανατολιστούν στην ισότητα και την αυτονομία, αφού η επιθυμία τους έχει παραμορφωθεί σε τέτοιο βαθμό που να επιδιώκει είτε να καταπιέζεται είτε να καταπιέζει. Η σεξουαλική απελευθέρωση είναι η απελευθέρωση της επιθυμίας και αυτή, με τη σειρά της, είναι η προϋπόθεση για την πάλη των ανθρώπων ενάντια στον καπιταλισμό και όλες τις μορφές αλλοτρίωσης. Το πρόγραμμα του Ράιχ είναι ένα πρόγραμμα που, όχι μόνο συνδέει αποφασιστικά τον μαρξισμό με την ψυχανάλυση, αλλά και το επαναστατικό πολιτικό κίνημα με το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης.

Κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60

Οι ιδέες του Ράιχ, του Μαρκούζε και των διαδόχων της φροϊδομαρξιστικής σχολής επηρεάζουν αποφασιστικά τα νέα κοινωνικά κινήματα, που αναδύονται μέσα στη γενιά της αμφισβήτησης. Η συμβολή αυτής της θεωρητικής γραμμής είναι καθοριστική όχι μόνο για τις κοινωνικές διεκδικήσεις στη βάση του φύλου, αλλά για τα κινήματα ανατροπής εν γένει. Μέσα στην πανσπερμία των μορφών αντίστασης και πάλης (αντιπολεμικό, κίνημα φυλετικών διακρίσεων, αντιαποικιοκρατικό, φοιτητικό, χίπις κ.τ.λ), οι βασικές αιχμές τους εστιάζουν στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ζωής. Αναδύεται μια πολιτική και πολιτιστική μάζα αντίστασης, η οποία αμφισβητεί τα θεμέλια του καπιταλισμού, διευρύνοντας το κριτικό οπλοστάσιο του κινήματος περισσότερο από ποτέ. Παρόλο που κρίνουμε, εκ των υστέρων, ότι τα κινήματα αυτά ηττήθηκαν στρατηγικά, μη μπορώντας να μετουσιωθούν σε διαρκή και αποφασιστικά επαναστατικά κινήματα, η παρακαταθήκη που άφησαν, τόσο στη θεωρία όσο και στις μορφές πάλης, είναι αδιαμφισβήτητη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον των κοινωνικών κινημάτων[22] αναδύεται και η λεγόμενη δεύτερη φάση του φεμινιστικού κινήματος,[23] μετά τη στρατηγική ήττα[24] της λεγόμενης πρώτης φάσης. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε, ασφαλώς, το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων στις δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Το ομοφυλοφιλικό κίνημα που ξεπηδά εκείνη την περίοδο, επιχειρεί να ξαναβρεί το χαμένο νήμα του φεμινισμού, ριζοσπαστικοποιώντας τόσο τη θεωρία όσο και την πρακτική του. Εδώ, το αίτημα γίνεται η ίδια η ζωή ως ελεύθερη πρόσβαση στον δημόσιο χώρο. Τα ομοφυλόφιλα άτομα έχουν μεν δικαίωμα ψήφου, αλλά υφίστανται μια σειρά από τρομακτικούς περιορισμούς σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Το κίνημα αποκτά γόνιμους διαύλους με το νεολαιίστικο κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η όσμωση φέρνει καινοτόμες θεωρητικές επεξεργασίες και ριζοσπαστικές πολιτικές πρακτικές.

Αυτή η μετάβαση, όπως ήταν λογικό, είχε μια σειρά συνεπειών και σε θεωρητικό επίπεδο, με βασικότερη τη μεταπήδηση του ενδιαφέροντος από το υποκείμενο διεκδίκησης γυναίκα στο ευρύτερο υποκείμενο φύλο. Με τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη γυναίκα στο φύλο εισάγεται στρατηγικά η διάκριση βιολογικό φύλο/κοινωνικό φύλο (sex/gender) – με το πρώτο να θεωρείται ότι αποτελεί το «φυσικό» υπόβαθρο πάνω στο οποίο κατασκευάζεται το δεύτερο. Οι φεμινίστριες επιδιώκουν να δώσουν έμφαση, σε θεωρητικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, στην έννοια του κοινωνικού φύλου, προκειμένου να τονίσουν τον ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών διαδικασιών και πρακτικών που κατασκευάζουν και οριοθετούν την έμφυλη ταυτότητα «γυναίκα», προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να υποβαθμίσουν και να μειώσουν τη σημασία και τον ρόλο του λεγόμενου «βιολογικού φύλου». Η θέση αυτή διαμορφώνει μια στρατηγική αντίστασης στην άποψη που θα υποστήριζε ότι «η βιολογία είναι πεπρωμένο», τον λεγόμενο και ως βιολογικό καθορισμό. Αυτή η μετατόπιση σημαίνει, επίσης, ότι το κίνημα δεν είχε ως σκοπό απλώς και μόνο να προσθέσει ένα καινούργιο αντικείμενο μελέτης στα ήδη υπάρχοντα, αλλά να διευρύνει την οπτική του, αναθεωρώντας ριζικά τα καθιερωμένα μοντέλα ανάλυσης και έρευνας, θέτοντας ερωτήματα από τη σκοπιά του φύλου και, παράλληλα, της ίδιας της ανθρώπινης σεξουαλικότητας ως δυναμική αλληλεπίδραση όλων των «φύλων» και όχι μόνο της καταπίεσης των γυναικών.

Αυτή η θεωρητική «διολίσθηση» είχε τόσο θετικές όσο και αρνητικές συνέπειες. Οι τελευταίες, εντοπίζονται στο γεγονός πως το κύριο θεωρητικό και κινηματικό βάρος περιορίστηκε στα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των λεσβιών, με αποτέλεσμα το φεμινιστικό κίνημα είτε να ενσωματωθεί πλήρως είτε να εξαφανιστεί. Στο επίπεδο, δηλαδή, της τυπικής μαζικότητας και της κοινωνικής καταγραφής παρατηρήθηκε μια ιστορική ήττα. Παρόλο που, όπως είδαμε, στόχος ήταν η θεωρητική διεύρυνση, αυτή δεν κατανοήθηκε επαρκώς από ευρύτερα υποκείμενα και, έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 περιχαρακώθηκε ασφυκτικά. Οι θετικές όψεις εντοπίστηκαν, κυρίως, σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς η επικέντρωση στο φύλο (δηλαδή στη σεξουαλική ταυτότητα) ξεπέρασε έναν σκόπελο, στον οποίο το φεμινιστικό κίνημα είχε πέσει για δεκαετίες: τον βιολογικό καθορισμό. Η επικέντρωση στο ζήτημα της γυναικείας φύσης από το φεμινιστικό κίνημα τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του, αποτέλεσε τη βασική αιτία του θεωρητικού του μαρασμού και της πολιτικής του ενσωμάτωσης. Το κίνημα της πρώτης φάσης, επικεντρωμένο στα διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά, ουσιαστικά δικαίωνε με τρόπο αντίστροφο αιώνες καταπίεσης και διαχωρισμού. Ταυτόχρονα, μέσα από αυτό το θεωρητικό σφάλμα, οδηγήθηκε στο να προβάλει μέσω των αιτημάτων του μια «ανδρική» αυτοεικόνα στη γυναίκα, μετατρέποντας την όποια νίκη σε αιτήματα (π.χ. το δικαίωμα στην εργασία για τις γυναίκες) και σε ακόμα μεγαλύτερη υποδούλωση, αφού όλες οι άλλες προϋποθέσεις της καταπίεσης ήταν ακόμα παρούσες. Αντίθετα, οι θεωρίες της δεύτερης φάσης πάλεψαν ενάντια στον βιολογικό καθορισμό της ταυτότητας, διαχωρίζοντας πλήρως το βιολογικό φύλο από τη σεξουαλική ταυτότητα. Έτσι, το βάρος έπεσε στην πολλαπλότητα της ανθρώπινης επιθυμίας, που είναι καταστατικά συνδεδεμένη με την επιθυμία για απελευθέρωση από όλα τα δεσμά και όλους τους περιορισμούς.

 

Ποιο είναι τελικά το περιεχόμενο της σεξουαλικής απελευθέρωσης;

«Κάθε είδους περιφρόνηση του σεξ, κάθε βρώμισμά του μέσω της έννοιας ακάθαρτο, είναι κατ’ εξοχήν έγκλημα κατά τη ζωής»

Φ. Νίτσε

Αφήσαμε, ίσως, στο περιθώριο της εξιστόρησής μας για το ομοφυλοφιλικό ρεύμα, το κίνημα που έθεσε το αίτημα μιας συνολικότερης άρσης των περιορισμών της επιθυμίας διαμέσου του γενικού προτάγματος: σεξουαλική απελευθέρωση. Είδαμε ότι προπομπός αυτού του κινήματος ήταν οι πειραματισμοί του Β. Ράιχ και η όσμωση μαρξισμού και ψυχανάλυσης. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως το κίνημα της σεξουαλικής επανάστασης δεν μπορεί να συγκριθεί σε διάρκεια και κατακτήσεις με το κίνημα των ομοφυλοφίλων ούτε με το κίνημα των γυναικών. Είναι, όμως, επιτακτικό να δούμε πως η πολιτική ουσία αυτού του κινήματος είναι αξεπέραστη για έναν απλό λόγο. Ότι είναι το πρώτο πολιτικό κίνημα που, ξεπερνώντας την περιχαράκωση των ταυτοτήτων φύλου, έθεσε το ζήτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης ως συνολικό-πανκοικωνικό ζητούμενο και προϋπόθεση μιας άλλης κοινωνίας. Γιατί, όπως ήδη τονίσαμε, οποιαδήποτε διεκδίκηση δεν ξεπερνά το μερικό του αιτήματος που εμπεριέχει η στενή ταυτότητα, είναι καταδικασμένο να υπαναχωρήσει στο σαθρό έδαφος της ρητορείας των δικαιωμάτων.[25]

Ποιο είναι, όμως, το περιεχόμενο του αιτήματος για σεξουαλική απελευθέρωση; Σίγουρα το περιεχόμενο του όρου δεν έχει καμιά ειδική σχέση με το αίτημα απελευθέρωσης της σεξουαλικής πρακτικής, καθώς αυτή είναι ήδη τυπικά ελεύθερη μέσα στα φιλελεύθερα καθεστώτα. Ωστόσο, αυτή είναι μια φαινομενικά ελεύθερη πρακτική η οποία προκαθορίζεται από κοινωνικές νόρμες ενώ, σε μεγάλο βαθμό, περιχαρακώνεται από μηχανισμούς παραγωγής απαγορεύσεων. Ο μη καθορισμός αυστηρών ταυτοτήτων και προτύπων συμπεριφοράς -οι οποίες μοιράζουν εκ των προτέρων ρόλους και σεξουαλικές διασυνδέσεις μέσα στην ταξικά διαιρεμένη κοινωνία της αγοράς-, ο μη καθορισμός της σεξουαλικής επιλογής και πρακτικής (στοιχεία που συγκροτούν την ταυτότητα) από τις μορφές κοινωνικής και θεσμικής εξουσίας, η κατάκτηση της ελευθερίας επιλογής, η άρση της φαντασιακής εικόνας της σεξουαλικής ιδιοκτησίας, των αστικών συμβάσεων του ετεροφυλόφιλου γάμου, η ελεύθερη σχέση χωρίς θεσμικούς καθορισμούς, η ελεύθερη κοινοτιστική και πολυγαμική συμβίωση, και όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την πάλη ενάντια σε εξουσιαστικές (σαδιστικές) μορφές εξουσίας (π.χ. φασισμός, σύγχρονο ολοκληρωτικό κράτος) και μηχανισμούς χειραγώγησης, ήταν οι άμεσοι στόχοι και πειραματισμοί που έθεσε το κίνημα της σεξουαλικής επανάστασης από τη δεκαετία του ’60.

Σεξουαλικός καταναλωτισμός

Για πολλούς/ες που παρωθούνται, εν μέρει, από πουριτανικά αντανακλαστικά, το κίνημα της σεξουαλικής επανάστασης όχι μόνο δεν άφησε καμία παρακαταθήκη αλλά, αντίθετα, βοήθησε τον καπιταλισμό της αγοράς, ενσωματώνοντας τη βασική του επιδίωξη για ερωτική ελευθερία σε μια αδιέξοδη και αγοραία σεξουαλική «ακολασία», που χαρακτηρίζει τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος -αν μου επιτρέπεται ο όρος- σεξουαλικός καταναλωτισμός προβάλλεται ως φυσικό επακόλουθο των κινημάτων που προαναφέραμε. Κατά τη γνώμη μας, όμως, έχει εντελώς διαφορετική προέλευση και στόχευση. Η καταγωγή του εντοπίζεται όχι στη δεκαετία του ’60 αλλά τουλάχιστον δύο δεκαετίες νωρίτερα, με την άνοδο των μαζικών μέσων διασκέδασης και κουλτούρας. Όπως έχουμε αναλύσει,[26] η άνοδος της μαζικής κουλτούρας είχε μια σειρά από επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της ζωής. Η ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων, ο αρχαιότερος και κομβικότερος θεσμός κοινωνικής οργάνωσης, δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος.

Η ανακατασκευή όλων των μορφών της κοινωνικής ζωής σε έννομες σχέσεις κατά τα πρότυπα της εμπορικής συναλλαγής (που έφερε ο καπιταλισμός), η επέκταση αυτής της σχέσης σε κάθε πτυχή της ζωής (που έφερε και φέρνει ο ολοκληρωτισμός) δεν θα μπορούσε να μην αλώσει και τις σεξουαλικές σχέσεις. Έτσι, η πλήρης εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος έφερε μια νέα μορφή αγοραιοποίησης του έρωτα, που προβλήθηκε ως, δήθεν, σεξουαλική ελευθερία – τον σεξουαλικό καταναλωτισμό. Φυσικά, ο σεξουαλικός καταναλωτισμός έχει τόση σχέση με την ελευθερία όση έχει και ο πολιτικός του πατέρας, ο φιλελευθερισμός. Πρόκειται, δηλαδή, για μια επίπλαστη μορφή «απελευθέρωσης» που δεν αίρει τις σχέσεις εκμετάλλευσης, προσφέροντας εικονική ελευθερία, και συναρθρώνεται τέλεια με τη νέα μορφή καταναλωτικής κοινωνίας των ομοιωμάτων που ζούμε εδώ και δεκαετίες. Ο σεξουαλικός καταναλωτισμός αποτελεί ένα ακόμα βήμα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, αφού η εμπορευματική συναλλαγή περνά στο βαθύτερο υπόστρωμα του ψυχισμού, στο επίπεδο της ερωτικής επιθυμίας. Η μετατροπή της σεξουαλικής επιθυμίας σε εμπόρευμα και του έρωτα σε κατανάλωση δημιουργεί κλειστά στερεότυπα, που αποκλείουν οικονομικά και κοινωνικά. Έτσι, αντί να απελευθερώνει υποδουλώνει, αντί να κοινωνικοποιεί γκετοποιεί, καταστέλει και εξευτελίζει οτιδήποτε διαφέρει (τα ακριβώς αντίθετα, δηλαδή, απ’ όσα αιτήθηκε η σεξουαλική και κοινωνική απελευθέρωση). Όπως έχουμε συζητήσει ξανά, αυτή η στρατηγική βασίστηκε στην αντιστροφή της ψυχαναλυτικής πρακτικής από μια αυτοθεραπευτική μεθοδολογία απελευθέρωσης σε έναν μηχανισμό παραγωγής νευρώσεων για τους σκοπούς της διαφήμισης και της πολιτικής προπαγάνδας.[27] Βλέπουμε, λοιπόν, πως, ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση προκύπτει από τη συνένωση μαρξισμού και ψυχανάλυσης, ο σεξουαλικός καταναλωτισμός προκύπτει από τη συνένωση του φιλελευθερισμού της αγοράς με τη μαζική κουλτούρα (ή αντεστραμμένη ψυχανάλυση).

Ο σεξουαλικός καταναλωτισμός αποτελεί, έτσι, ταυτόχρονα έναν κολοσσιαίο μηχανισμό χειραγώγησης, καθώς στοχεύει στη στρέβλωση των βασικών επιθυμιών της ανθρώπινης ψυχής προς όφελος της διαφήμισης. Είναι ένας μηχανισμός παραγωγής νευρώσεων, όπως θα έλεγε ο Έριχ Φρομ· μια τεράστια βιομηχανία παραγωγής ματαιωμένων επιθυμιών που επιστρατεύει τη βιομηχανία του ματαιωμένου έρωτα ως δίαυλο για την καταναλωτική μετουσίωση των ορμών. Αυτή είναι η τυπική λειτουργία της πορνογραφίας. Ενώ, δηλαδή, στην επιφάνεια έχουμε μια σεξουαλική πανδαισία, στη βάση έχουμε συνεχή εμπόδια στην ερωτική εκπλήρωση, ούτως ώστε οι ορμές να χειραγωγούνται προς τα προϊόντα της κατανάλωσης και οι ανεκπλήρωτες ορμές να διαμορφώνουν σαδομαζοχιστικές χαρακτηροδομές, έτοιμες να υποδουλωθούν σε αυταρχικές μορφές εξουσίας ή να εξουσιάσουν οι ίδιες.

Μέσω του σεξουαλικού καταναλωτισμού -φαινομενικώς παράδοξα-, αναδύεται ένας σύγχρονος πουριτανισμός που μισεί το σώμα και τις επιθυμίες του, τροφοδοτώντας μας με ενοχές για κάθε μικρή ατέλεια στη βάση του βιομηχανικά παραγόμενου προτύπου σώματος, εικόνας, εμφάνισης. Ο σεξουαλικός καταναλωτισμός καταστέλλει τις ορμές, παράγοντας νευρώσεις. Γι’ αυτό και η εικονική ελευθεριότητα περιστοιχίζεται από την αναγέννηση νέων ταμπού που, τώρα πια, δεν επιβάλει η θρησκεία αλλά η οιονεί θρησκευτική υποταγή στην αγορά. Μια πραγματολογική ανάλυση θα μπορούσε να αποκαλύψει τις βαθιά πατριαρχικές, πουριτανικές και εξουσιαστικές καταβολές του φαινομένου.

Αναζητώντας μια σύγχρονη επαναστατική θεωρία για το φύλο

«Γυναίκα δε γεννιέσαι, γυναίκα γίνεσαι», Σιμόν Ντε Μποβουάρ

Στις σύγχρονες ριζοσπαστικές συζητήσεις, καθοριστική είναι η συμβολή της Αμερικανίδας θεωρητικού Judith Butler, το έργο της οποίας σηματοδοτεί (μετά τη δεκαετία του ’90) τη λεγόμενη τρίτη φάση του φεμινισμού. Εντοπίζοντας περιχαρακώσεις και πολιτικές ενσωματώσεις στα κινήματα της δεύτερης φάσης, η Butler επιχειρεί μια περαιτέρω εμβάθυνση της προβληματικής. Βασική της θέση γίνεται η αμφισβήτηση του σχήματος διάκρισης μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου – που χαρακτηρίζει τη δεύτερη φάση. Όπως υποστηρίζει η Butler, η αντίληψή μας για το τι θεωρείται βιολογικό φύλο διαμορφώνεται πάντα μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Αυτό που ονομάζουμε βιολογικό φύλο είναι πάντα ήδη εμποτισμένο με συγκεκριμένες κοινωνικές αντιλήψεις και παραδοχές, πράγμα που σημαίνει ότι ένα βιολογικό φύλο άθικτο από κοινωνικές και πολιτισμικές παρεμβάσεις δε μπορεί να βρεθεί και, άρα, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει. Στηριζόμενη στο θεωρητικό σχήμα του Μισέλ Φουκώ, η Butler υποστηρίζει ότι το θεωρούμενο ως βιολογικό φύλο δεν είναι το υπόβαθρο ή η βάση για την παραγωγή του κοινωνικού φύλου αλλά, μάλλον, το αποτέλεσμά του.

Για να υποστηρίξει το βιολογικό φύλο ως κατασκεύασμα του κοινωνικού φύλου, η Butler διατυπώνει τη θεωρία της επιτελεστικότητας.[28] Σύμφωνα με αυτήν, τα χαρακτηριστικά του φύλου στο σύνολό τους, αντί να αποτελούν την έκφραση ή την εξωτερίκευση κάποιας προϋπάρχουσας ουσίας, συγκροτούνται σταδιακά στο σώμα, μέσω μιας στυλιζαρισμένης επανάληψης κινήσεων και πράξεων. Τέτοιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χειρονομίες, στάσεις και πράξεις παράγουν την εντύπωση μιας βαθύτερης και αληθινής ή αυθεντικής έμφυλης ταυτότητας, η οποία, ενώ μοιάζει να είναι η γενεσιουργός τους αιτία, στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμά τους. Με άλλα λόγια, για την Μπάτλερ, πέρα από αυτές τις επιτελεστικές πράξεις που δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας εσώτερης έμφυλης ουσίας, το φύλο δεν έχει καμία οντολογική υπόσταση. Δεν υπάρχει, δηλαδή, έμφυλη ταυτότητα πέρα από τις έμφυλες εκφράσεις της και, ως εκ τούτου, το φύλο δεν αναφέρεται στο ρήμα «είμαι» αλλά στο ρήμα «κάνω».[29]

Οι παρατηρήσεις της Butler έχουν μια πολύ ειδική σημασία τόσο για τη θεωρία όσο και για τις στρατηγικές αιχμές των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων. Η οπτική του στοιχείου της πράξης επανεισάγει την επαναστατική δυνατότητα μέσα στην πάλη για σεξουαλική απελευθέρωση. Η άρνηση του ετεροκαθορισμού από τις εξωτερικές/κοινωνικές, εξουσιαστικές, ετερόνομες ταυτότητες αποδεσμεύει τα κινήματα από τη διεκδίκηση μερικών και ειδικών αιτημάτων, ενώ τοποθετεί τον αγώνα για σεξουαλική απελευθέρωση ξανά σε πανκοινωνικό επίπεδο.

Παράλληλα, όμως, η θεωρία της Butler παραμένει δέσμια ορισμένων βασικών της προκείμενων, τις οποίες πρέπει να συζητήσουμε αν επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε μια σύγχρονη απελευθερωτική οπτική. Έτσι, οι θεωρίες της, παρά την αδιαμφισβήτητη κριτική τους προσφορά στην ανάλυση των κοινωνικών δομών, παρά τη διεισδυτική και αποκαλυπτική τους οπτική για την ετεροκαθοριστική δομή των σεξουαλικών προτύπων, παρά την ανειρήνευτη στάση τους απέναντι σε οποιαδήποτε κρατική/καπιταλιστική/εξουσιαστική δομή και παρά την αδιαμφισβήτητη συμβολή τους στη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος, ενέχουν εντούτοις σοβαρούς θεωρητικούς κινδύνους. Πρώτον, ο ακραίος σχετικισμός που εισάγουν στον αυτοκαθορισμό της ταυτότητας -απόρροια της ανάγκης για πάλη ενάντια σε οποιαδήποτε μορφής ετεροκαθορισμού και σεξουαλικής ετερονομίας- μοιραία οδηγεί σε αποσχιστικές τάσεις από τα μαζικά κινήματα και προωθεί την κουλτούρα του ατομισμού. Λείπει προφανώς από τη θεωρία ένα διαλεκτικό εργαλείο που θα ορίσει εκ νέου την ολότητα με επαναστατικούς όρους, μέσω της διασπασμένης συνείδησης του ατομικού πράττειν. Δεύτερον, η πανταχού παρούσα Εξουσία που ορίζεται ως απόλυτος παραγωγός του νοήματος –ακόμα και της επιθυμίας–, οδηγεί στην μοιρολατρική αποδοχή του status quo αντίστροφα, δηλαδή οδηγεί σε θέσεις που θεωρούν τη συνολική επαναστατική αναμόρφωση της κοινωνίας αδύνατη. Τρίτον, η συνολική απόρριψη της ψυχαναλυτικής παράδοσης στερεί μια γόνιμη, κατά τη γνώμη μας, όσμωση με τις παραδόσεις του φροϊδομαρξισμού και των κινημάτων σεξουαλικής απελευθέρωσης, όσμωση που, τηρουμένων λεπτών δεσμεύσεων, θα μπορούσε να αποτελέσει ριζοσπαστικό λίπασμα για τα σύγχρονα κινήματα. Και τα τρία στοιχεία είναι απόρροια της υιοθέτησης της φουκωικής θεωρίας από την Butler. Έτσι, η οπτική της παραμένει μερική και ενταγμένη στη μεταμοντέρνα κοσμοθεωρία, η οποία αρνείται οποιαδήποτε έννοια διαλεκτικής, ταξικής πάλης και συνολικής επανάστασης, εμμένοντας μόνο στη δημιουργία περιφερειακών αντιστάσεων και ζωνών «ελευθερίας».

Προς έναν νέο ριζοσπαστικό ορίζοντα

Οι θεωρητικοί περιορισμοί της Butler, η ίδια η συγκρότηση μιας επαναστατικής θεωρίας αλλά και οι επείγουσες αναγκαιότητες του σύγχρονου κόσμου, απαιτούν το άνοιγμα μιας ουσιαστικής συζήτησης για τα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας. Ο πρώτος λόγος είναι πως κάθε επαναστατικό ρεύμα, που θέλει να έχει νόημα ως τέτοιο, οφείλει να πολεμήσει όλες τις μορφές εξουσίας και καταπίεσης και να παλεύει για την κατάργησή τους. Ένας δεύτερος λόγος συνδέεται στενά με την αναρχική συνιστώσα του επαναστατικού ρεύματος, ως αυτή που διαφυλάσσει φιλοσοφικά και πολιτικά το στοιχείο της επιθυμίας μέσα στην ιστορία. Ως αυτή που αντιστάθηκε στον «επιστημονικό» σοσιαλισμό του από τα πάνω καθορισμού των αναγκών, ο οποίος οικοδομείται πάντα ως μηχανισμός (ξεκομμένος από τους ανθρώπους) για να ικανοποιήσει της ανάγκες των ανθρώπων στο όνομά τους. Τέλος, γιατί μια υλιστική και ανθρωπιστική φιλοσοφία οφείλει να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού το ενορμητικό στοιχείο της ανθρώπινης ψυχής και να το προστατεύσει από τις χειραγωγικές επιδιώξεις που του επιβάλει η εξουσία.[30]

Μια νέα οπτική του ζητήματος πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να επανεμπλουτίσει τις διαπιστώσεις της σύγχρονης queer theory με τη δυναμική αποφασιστικότητα, την αντικρατική και αντικαπιταλιστική στράτευση του φροϊδομαρξιστικού ρεύματος, εισάγοντας εκ νέου τη χαμένη «ταξική οπτική» και ριζοσπαστικοποιώντας αποφασιστικά το νόημά του. Η πάλη ενάντια στην καταπίεση στη βάση του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού δεν έχει κανένα νόημα αν δεν υπερβεί τον σκόπελο μιας στενής επιδίωξης δικαιωμάτων. Ο αγώνας για την ελευθερία της σεξουαλικότητας, την πλήρη ισότητα και ελευθερία όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση και επακόλουθο μιας αντικρατικής και αντικαπιταλιστικής ελευθεριακής κοινωνίας.

Έκτος φυσικά από τη γόνιμη θεωρητική συζήτηση, το αναρχικό ρεύμα οφείλει στη σημερινή συγκυρία να θέσει άμεσες προτεραιότητες πάλης. Η δημιουργική όσμωση με κινήματα και κινήσεις ΛΟΑΤ ατόμων μπορεί να οδηγήσει στη διεύρυνση της αντικρατικής και αντικαπιταλιστικής ατζέντας· η δημιουργία δημόσιων και κοινωνικών χώρων ελευθερίας, οι οποίοι θα αποτελέσουν, όχι απλώς χώρους ελεύθερης έκφρασης, αλλά και κοινωνικής ασπίδας για άτομα που δέχονται καθημερινά επιθέσεις· η συντονισμένη, οργανωμένη και αποφασιστική δράση ενάντια στα κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανθρώπων· η δημιουργία ελευθεριακών εκπαιδευτικών αντιθεσμών που δεν θα αναπαράγουν την ετεροκανονική σεξουαλικότητα και δεν θα παράγουν νευρώσεις· παράλληλα, η πάλη εκπαιδευτικών και μαθητών μέσα στα σχολεία· η ανάδειξη και η πάλη ενάντια στη συνεχή εμπορευματοποίηση του σώματος ως βασική συνιστώσα του σύγχρονου καπιταλισμού. Όλα τα παραπάνω, μαζί με πολλά άλλα, μπορεί να αποτελέσουν μια γόνιμη αρχή στον ανηφορικό αγώνα για την ελευθερία.

Σωτήρης Λυκουργιώτης

ΠΗΓΗ: http://www.provo.gr/eksousia-kai-sexualikotita/#_ftnref15

 Σημειώσεις

[1]      Έρευνα  της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας (ΕΜΑΣ) και του Ανδρολογικού Ινστιτούτου (2013).

[2]     Φρίντριχ Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησία και του κράτους, εκδ. Θεμέλιο, 2004.

[3]     Όρος που συναντάμε στο έργο της Μαρίας Γκατσούλα, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις του φύλου: ζητήματα εξουσίας και ιεραρχίας, ο οποίος ουσιαστικά εκφράζει την κατά φύλο οργάνωση της παραγωγής και τις πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας που αυτή συνυποθέτει.

[4]     Ι. Αντρέγιεφ, Για το έργο του Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987.

[5]     Η μητριαρχική υπόθεση εισάγεται λίγα χρόνια πριν από το έργο του Ένγκελς, από τον Μάθιους Μόργκαν στο έργο Η πρωτόγονη κοινωνία. Η υπόθεση της μητριαρχίας, ωστόσο, διατυπώνεται πρώτη φορά από τον Ελβετό νομικό Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχόφεν, με το έργο του Το μητρικό δίκαιο (1861). Όμως ο Μόργκαν είναι ο πρώτος που προσπαθεί να τεκμηριώσει εμπειρικά την υπόθεση ενός εξελικτικού σχήματος από την πατριαρχία στην μητριαρχία μέσω εμπειρικών παρατηρήσεων σε ινδιάνικες φυλές.

[6]     «Η ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ άνδρα και γυναίκας στον γάμο, η καταπίεση του γυναικείου φύλου από το ανδρικό, συμπίπτει με την πρώτη ταξική διαίρεση που εμφανίζεται στην ιστορία». Οι κοινωνίες του πρωτόγονου κομμουνισμού ρυθμίζουν έως τότε τις σεξουαλικές τους σχέσεις σε πολυγαμικές, κοινοτιστικές και αμφιφυλόφιλες βάσεις. Βλ. Φρίντριχ Ένγκελς, ό.π.

[7]     Φρίντριχ Ένγκελς, ό. π., σελ. 310.

[8]     Οι μητριαρχικές κοινωνίες βασίζονται στη λατρεία της μεγάλης μητέρας.

[9]     Μητρογραμμικότητα: σύστημα συγγένειας σύμφωνα με το οποίο το γένος προέρχεται από τις μητέρες.

[10]    Η μητριαρχία έχει δεχθεί πολλαπλές επικρίσεις. Οι βασικές αντιρρήσεις προέρχονται από δύο πλευρές. Από την πλευρά των απολογητών του κοινωνικού δαρβινισμού, οι αιτιάσεις είναι λίγο έως πολύ γνωστές και δεν θα μας απασχολήσουν ειδικά. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη γραμμή κριτικής, πολύ ουσιαστικότερη κατά τη γνώμη μας, που εκκινεί από ριζοσπάστες κριτικούς, οι οποίοι αμφισβητούν τη μηχανιστική προβολή των σταδίων από τη μητριαρχία στην πατριαρχία. Αυτές οι κριτικές έχουν ενδιαφέρον γιατί υπερασπίζονται τη μη υποχρεωτική μετάβαση της μιας βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης σε μια άλλη. Παράλληλα, επικαλούμενοι σύγχρονα αρχαιολογικά δεδομένα, υποστηρίζουν τη συνύπαρξη πολλαπλών κοινωνικοπολιτισμικών δομών, συστημάτων συγγένειας και εξουσίας. Η ιστορική ρευστότητα που χαρακτηρίζει τη μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο έχει κάθε άλλο παρά νομοτελειακό χαρακτήρα, καθώς εξαρτάται κυρίως από τις τοπικές συνθήκες – όπως π.χ. η μετάβαση από τις λεγόμενες τροφοσυλλεκτικές μητριαρχικές στις πολεμικοπατριαρχικές παρατηρείται πολλές φορές όταν οι κοινωνίες βρίσκονται σε έλλειψη (λόγω περιβαλλοντικών συνθηκών). Η σχολή της Βιέννης και διάφοροι Αμερικάνοι ανθρωπολόγοι των αρχών του περασμένου αιώνα επισήμαναν το σημείο της εκτεταμένης πολυμορφίας που επιτρέπει, για παράδειγμα, την ταυτόχρονη ύπαρξη τόσο του «ομαδικού γάμου» με τη μονογαμία, όσο και του μητρογραμμικού με το πατρογραμμικό σύστημα συγγένειας (για μια εκτενέστερη πραγμάτευση αυτών των κριτικών βλ. Ξενίδου, Μητριαρχία: Επιστήμη και ιδεολογία,1993.

[11]    Αλληγορικά, ο χαρακτήρας του «ιστορικού ατυχήματος» της μετάβασης από τις κοινωνίες του «πρωτόγονου κομμουνισμού στην πατριαρχία» έχει αποτυπωθεί γλαφυρά στη μυθολογία πολλών λαών και, όχι τυχαία, συμπίπτει με την αρχή της εθνικής ή λαϊκής τους γενεαλογίας. Η χαρακτηριστικότερη μορφή αυτής της μυθογράφισης, αν μας επιτρέπεται μια τέτοια ερμηνεία, είναι η περιγραφή της πτώσης στον παράδεισο της Εδέμ που συναντάμε στην Εβραϊκή Τορά. Εδώ, οι συνθήκες της πτώσης περιγράφονται ως απώλεια της αφθονίας, αιματηρός ανταγωνισμός και -αυτό έχει την ειδική του σημασία- εγκαθίδρυση της ενοχής του σώματος. Ο φόβος και η περιπλάνηση είναι το ιστορικό στίγμα του Κάιν. Αν και η αλληγορική κοσμογένεση καταγράφεται, αρχικά, ως πατριαρχική (με την έννοια ότι η γυναίκα πλάθεται συμβολικά από το πλευρό του άνδρα) η περιγραφή δεν έχει άλλο σκοπό από το να αποδώσει την ένοχη γυναικεία επιθυμία ως «διαβολική» και καταστροφική για την ανθρωπότητα. Δεν χωρά αμφιβολία πως η περιγραφή του προπατορικού αμαρτήματος σκιαγραφεί την ιστορική μετάβαση από τη μητριαρχία στην πατριαρχία, οριοθετώντας μία, εκ των υστέρων, απολογητική της πατριαρχικής εβραϊκής κοινωνίας. Άλλωστε, το βιβλίο της Εξόδου αλλά και τα βιβλία που ακολουθούν, περιγράφουν τόσο τις συνθήκες ακραίας έλλειψης και περιπλάνησης όσο και την πατριαρχική δομή της φυλής.

[12]    Αυτό που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων μελετητών σε αυτή την ιστορική μετάβαση, είναι ότι το σύνολο των σεξουαλικών σχέσεων θεσμοποιούνται σε νέα βάση. Και ενώ η καταπίεση της γυναίκας μέσω της μονογαμίας και του γάμου (ατομική ιδιοκτησία του σώματος) έχει αναλυθεί διεξοδικά (κυρίως επειδή απαντάται μέχρι και στις μέρες μας), η υποδούλωση των παιδιών (και κυρίως των αγοριών) από τους ενήλικες άνδρες έχει αναλυθεί λιγότερο. Γιατί η δεύτερη κατηγορία σεξουαλικών σχέσεων που θεσμοποιείται στις πολεμικοπατριαρχικές κοινωνίες είναι ακριβώς η θεσμική ομοφυλοφιλία των ενηλίκων ανδρών με τους ανηλίκους παιδαγωγούμενούς τους. Αυτή η θεσμική παράδοση, που απαντάται ακόμα και σήμερα σε κοινότητες του Αμαζονίου, της Γουινέας, της κεντρικής Αφρικής κ.τ.λ., είναι τόσο ισχυρή που φτάνει έως τις πρώτες αστικές κοινωνίες. Κλασική πάνω στο θέμα είναι η πραγμάτευση του ίδιου του Πλάτωνα στο Περί έρωτος. Εδώ, παρότι οι πόλεις έχουν περάσει μέσω της δουλείας σε υψηλότερα στάδια ταξικής καταπίεσης, τα υπολείμματα των πολεμικοπατριαρχικών φυλών (από τη συνένωση των οποίων προήλθε, άλλωστε, η πόλη της Αθήνας και άλλες) παραμένουν. Έτσι, ενώ υπάρχει η «εργατική τάξη» των δούλων, γυναίκες και παιδιά παραμένουν υποδουλωμένα στους άνδρες-ελεύθερους πολίτες. Και αν για τις γυναίκες η ιστορική μοίρα τις καταδικάζει στη συνεχή υποδούλωση, για τα αγόρια το φιλοσοφικό ερώτημα που εγείρεται είναι: πώς είναι δυνατόν να υποτάσσουμε (εργασιακά και σεξουαλικά) κάποιον που προορίζεται για ελεύθερος πολίτης; (που δεν είναι δηλαδή γυναίκα ή δούλος). Ο Πλάτωνας προσπαθεί να δικαιολογήσει τον θεσμό, ερμηνεύοντας τη σχέση όχι ως υποδούλωση, αλλά ως αναγκαία παιδαγωγική μετάβαση. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν τα αγόρια για την ένταξή τους στην κοινότητα των ελεύθερων πολιτών.

[13]    Φυσικά, η θέση τόσο του Ένγκελς όσο και του Μαρξ, είναι εξαιρετικά αμφίθυμη ως προς αυτή καθαυτή την εξέλιξη καθώς, από τη μια πλευρά, την περιγράφουν -κυρίως ο Ένγκελς- «ως απώλεια της πολιτικής ισότητας και αυτονομίας» και, από την άλλη «ως απαραίτητο όρο για την πρόοδο της ανθρωπότητας». Αυτή η φαινομενική αντίφαση εξηγείται από το βασικό εξελικτικό σχήμα για την ανθρώπινη ιστορία, που οι δύο τους παρουσιάζουν στη Γερμανική Ιδεολογία, υιοθετώντας τη βασική εγελιανή ιδέα της διαλεκτικής υπέρβασης διά του αντιθέτου.

[14]    Χαρακτηριστικότερες είναι οι διακηρύξεις για τα δικαιώματα των γυναικών και του παιδιού, τις οποίες συναντάμε στις πρώτες αστικές επαναστάσεις.

[15]    Max Horkheimer (1971), Αυταρχικότητα και οι οικογένεια στη σύγχρονη εποχή, Περιοδικό Δευκαλίων, αρ. 5.

[16]    Τελικά εκδιώχθηκε τόσο από την ψυχαναλυτική εταιρία όσο και από το κομμουνιστικό κόμμα.

[17]    Για τον Φρόιντ, ο σαδισμός και ο μαζοχισμός είναι τυπικές διαστροφές, που ερμηνεύονται ως καθηλώσεις της επιθυμίας στο πρωκτικό στάδιο.

[18]    Σίγμουντ Φρόιντ (1929), Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, εκδ. Δαμιανός, 2011.

[19]    Σίγκμουντ Φρόιντ (1913), Τοτέμ και ταμπού, εκδ. Δαμιανός, 1978.

[20]    Σίγκμουντ Φρόιντ (1939), Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία, εκδ. Επίκουρος, 1997.

[21]    Γνωστό και ως κίνημα sex-pol.

[22]    Εδώ, θα πρέπει ίσως να κάνουμε μια ουσιαστική παρατήρηση. Τα κινήματα διεκδίκησης για τα δικαιώματα των γυναικών, οι κινήσεις για τα δικαιώματα στον σεξουαλικό προσανατολισμό, οι δράσεις για την απελευθέρωση της σεξουαλικής επιθυμίας και τη διεκδίκηση του αυτοκαθορισμού, δεν είναι εκ φύσεως κοινωνικά κινήματα. Πολλώ δε μάλλον, δεν συνδέονται ούτε αποτελούν, κατ’ ανάγκη, μέρος ενός ευρύτερου ριζοσπαστικού ή επαναστατικού κινήματος. Ένα κοινωνικό κίνημα για να νοείται ως τέτοιο πρέπει, σύμφωνα με τον ορισμό του Π. Καλογεράτου «να συνδέει το συλλογικό αίτημα μιας κοινωνικής ομάδας με το αίτημα της δομικής αλλαγής της κοινωνίας». Με άλλα λόγια, το «μερικό» αίτημα πρέπει να απελευθερώνει συνολικά την κοινωνία και να μην αφορά στενά την απελευθέρωση μιας κοινωνικής ομάδας. (Ο ίδιος ορισμός ισχύει φυσικά και για το εργατικό κίνημα, το οποίο νοείται ως επαναστατικό μόνο στον βαθμό που η στόχευσή του κατευθύνεται στη συνολική κοινωνική απελευθέρωση, διαλύοντας αποφασιστικά τη σχέση κεφαλαίου/εργασίας και απελευθερώνοντας όλη την κοινωνία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, είναι ένα κίνημα εγκλωβισμένο στη σχέση καταπίεσης που υποτίθεται πως πολεμά). Το κίνημα για την άρση της έμφυλης-σεξουαλικής καταπίεσης και την απελευθέρωση της σεξουαλικής επιθυμίας οφείλει να είναι ένα κίνημα προσανατολισμένο στη συνολική ανατροπή, δομικά συνδεδεμένο με τον αγώνα του επαναστατικού κινήματος.

[23]    Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου δεν αναφερόμαστε ιστορικά στην λεγόμενη πρώτη φάση του φεμινισμού. Σε αυτή αναφέρονται αναλυτικά άλλα άρθρα αυτού του τεύχους.

[24]    Η στρατηγική ήττα της πρώτης φάσης του φεμινιστικού κινήματος οφείλεται, εν πολλοίς, στον εγκλωβισμό του αποκλειστικού αιτήματος της διεκδίκησης ψήφου των γυναικών, καθώς και της άρσης των εκπαιδευτικών και εργασιακών αποκλεισμών. Ο εντοπισμός του άμεσου στόχου, χωρίς πολιτική συνολικής ανατροπής της πατριαρχίας, εγκλώβισε σταδιακά το φεμινιστικό κίνημα σε μια τυπική διεκδίκηση εργασιακών ευκαιριών και ψήφου. Το κίνημα απογυμνώθηκε από τα ριζοσπαστικά του στοιχεία -απόρροια σε μεγάλο βαθμό της αμφιθυμίας των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων να υιοθετήσουν μια ριζοσπαστική πολιτική γραμμή στο γυναικείο ζήτημα- και, έτσι, μοιραία αλώθηκε από αστικο-φιλελεύθερες φωνές. Η τυπική άρση των περιορισμών και η κατάκτηση του δικαιώματος είχε ως αποτέλεσμα την οριστική ταφόπλακα του κινήματος. Πέρασαν δεκαετίες ώσπου οι γυναίκες, δειλά δειλά, να συνειδητοποιήσουν τους όρους του νέου τους αυτεγκλωβισμού, καθώς η πατριαρχία, όχι μόνο δεν είχε αρθεί αλλά είχε, αντίθετα, ανασυνταχθεί σε νέες βάσεις.

[25]    Για μια πιο διεξοδική ανάλυση επί του θέματος δες: Φώτης Τερζάκης, Η απατηλή ρητορεία των δικαιωμάτων στον τόμο Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα, εκδ. Futura, 2009.

[26]    Βλέπε το άρθρο μου Η διαφύλαξη του αρνητικού ως στρατηγική αντεπίθεσης στο πρώτο τεύχος του Κοινωνικού Αναρχισμού.

[27]    Ό.π.

[28]    Γνωστή και ως θεωρία της επιτελεστικής μήτρας.

[29]    Μπάτλερ Τζούντιθ, Σώματα με Σημασία, μτφ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα, 2008, σελ. 7-26.

[30]             Η συζήτηση για την αντιπαράθεση μαρξισμού-αναρχισμού στην Πρώτη Διεθνή (η οποία τελευταία ήρθε ξανά στο προσκήνιο με αφορμή μια διπλή επέτειο: τα 150 χρόνια από την ίδρυση της Διεθνούς αλλά και τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μιχαήλ Μπακούνιν) περιορίζεται, συνήθως, στα σημεία πολιτικής αντιπαράθεσης των δυο βασικών πρωταγωνιστών αυτής της σύγκρουσης (Μαρξ και Μπακούνιν). Αυτό που τονίζεται είναι οι διαφορές τους στην εκτίμηση για τον ρόλο του κράτους, τη λειτουργία του κόμματος, την ερμηνεία της πολιτικής ήττας της κομμούνας του Παρισιού κ.ά. Η συζήτηση αποσιωπά τις φιλοσοφικές ρίζες αυτής της αντιπαράθεσης. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ο Μπακούνιν θεωρείται ελάσσων στοχαστής που δεν ανέπτυξε ουσιαστική φιλοσοφική σκέψη και, δεύτερον, γιατί το καθαυτό φιλοσοφικό έργο του Μαρξ είναι σχετικά άγνωστο στους πολιτικούς του επιγόνους (και όχι μόνο). Είναι γεγονός πως ο Μπακούνιν δεν είχε ποτέ τη διανοητική αμεριμνησία να αναπτύξει σε βάθος τη φιλοσοφία του, καθώς οι προτεραιότητες της ζωής του ήταν εντελώς διαφορετικές. Έτσι, το έργο του περιορίζεται σε ορισμένες διορατικές παρατηρήσεις για τη φύση, τον άνθρωπο, την ιστορία, οι οποίες παραμένουν διασκορπισμένες μέσα στο έργο του. Ο Μπακούνιν, όμως, δεν σκέφτηκε μόνος, αποτελεί μέρος μια παράδοσης και είναι φορέας πολλών φιλοσοφικών μοτίβων του 19ου αιώνα, η κατανόηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για να δει κανείς σε βάθος τις φιλοσοφικές συνισταμένες της πολιτικής αντίθεσης του με τον Μαρξ. Δεν έχουμε εδώ το χώρο να αναλύσουμε διεξοδικά το θέμα, αυτό όμως που θέλουμε να φωτίσουμε είναι ένα χαρακτηριστικό μοτίβο για το ζήτημα που εξετάζουμε. Ενώ στον Μαρξ η ουσία του ανθρώπου είναι η εργασία, μέσω της ολόπλευρης ανάπτυξης της οποίας ο άνθρωπος ολοκληρώνεται ως τέτοιος, στον Μπακούνιν η έμφαση δίνεται στην ορμητική λειτουργία. Το ριζικά ανθρώπινο του Μπακούνιν προσδιορίζει ένα στοιχείο προ-συνειδησιακό, στο οποίο αναγνωρίζει την πηγή της ορμής του ανθρώπου για απελευθέρωση. Με άλλα λόγια, για τον Μπακούνιν η τάση για ελευθερία είναι μια έμφυτη, προσυνειδητή ορμή. Ο Μαρξ είναι πολύ επιφυλακτικός απέναντι σε αυτές τις σκέψεις, τις οποίες θεωρεί οιονεί μεταφυσικές. Το ίδιο το ζήτημα της φύσης στον Μαρξ παραμένει, εν πολλοίς, ασαφές. Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε εδώ, είναι πως οι δύο διαφορετικές παραδόσεις (μαρξισμός-αναρχισμός) κληρονομούν μια διαφορετική αντίληψη για τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες. Ο Μαρξ με την καταγραφή των «βασικών» αναγκών του ανθρώπου εγκαινιάζει μια πολιτική και φιλοσοφική παράδοση καθορισμού των αναγκών από τα έξω και από τα πάνω. Η ίδια η αντίληψη του εργατικού κράτους και του κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής (η οποία φυσικά δεν υπάρχει στον Μαρξ επεξεργασμένη αλλά μόνο εν σπέρματι) είναι παράγωγο μιας τέτοιας παράδοσης. Στον αναρχισμό, η διαφύλαξη του ατομικού, ορμητικού και ακαθόριστου στοιχείου της επιθυμίας (η οποία αξιολογείται πάνω και από την ανάγκη, καθώς εμπεριέχει όλα τα απελευθερωτικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου) είναι ένα μοτίβο που συναντάμε συνεχώς μέχρι και το τέλος της Ισπανικής επανάστασης (η ελευθερία της σεξουαλικότητας, για παράδειγμα, είναι βασικό χαρακτηριστικό της Ιβηρικής ελευθεριακής παράδοσης). Η υποχώρηση του αναρχικού ρεύματος μοιραία οδηγεί και σε περιθωριοποίηση των ιδεών του. Οι ιδέες αυτές επανεμφανίζονται στο προσκήνιο του 20ού αιώνα μέσω της συνομιλίας μαρξισμού και ψυχανάλυσης, ασκώντας σφοδρή κριτική στον λεγόμενο ορθόδοξο μαρξισμό. Η γνώμη μας είναι πως αυτά τα ρεύματα, αν και προέρχονται από το εσωτερικό της μαρξιστικής σκέψης, επανεισάγουν ακριβώς τα ίδια μοτίβα, τους ίδιους πολιτικούς προβληματισμούς και ενστάσεις που έθεσε ο Μπανούνιν και η αναρχική παράδοση στη θεωρία του Μαρξ. Ο φροϊδομαρξισμός οδηγείται στην απόρριψη του κράτους και του κόμματος, όπως ακριβώς και ο αναρχισμός, οδηγώντας ακόμα παραπέρα την κριτική στην έννοια της αστικής προόδου και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (τις οποίες ο κλασικός αναρχισμός άφησε έξω από την κριτική του). Θεωρούμε, συνεπώς, πως η ίδια η συγκρότηση της αναρχικής θεωρίας είναι καταστατικά συνδεδεμένη με την παράδοση της ορμικής, έμφυτης, ανθρώπινης ελευθερίας, που δεν έρχεται ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εργασίας (όσο κι αν είναι απελευθερωμένη και αυτόνομη), αλλά ως αποτίναξη των καταπιεστικών απαγορεύσεων. Η μορφή της πράξης που ταιριάζει σε αυτή τη σκέψη είναι μια εργασία απαλλαγμένη από τις καταπιεστικές αναγκαιότητες (άρνηση της αναγκαιότητας), μια εργασία που έχει το ουσιαστικό περιεχόμενο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας – είναι η ίδια η επανάσταση.